Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Ο πρωτομάρτυρας άγιος Στέφανος (+27 Δεκεμβρίου) οραματίζεται την Αγία Τριάδα. Εικόνα στη Βασιλειάδα Καστοριάς.


Η Αγία Τριάδα και ο άγιος Στέφανος,
εικόνα στον ιερό ναό Αγίου Αθανασίου
Βασιλειάδας.
Η παρουσιαζόμενη εικόνα της Αγίας Τριάδος και του αγίου Στεφάνου βρίσκεται στον εξοχικό ναό του Αγίου Αθανασίου Βασιλειάδας, και πιο συγκεκριμένα, στο μέσον της εικονοσειράς του λεγόμενου Δωδεκάορτου, που βρίσκεται στην κορυφή του τέμπλου του. Η εικόνα αυτή φιλοτεχνήθηκε το έτος 1888 απ’ τον αγιογράφο Μιχαήλ Γ. Σαμαρά, που καταγόταν «εκ Χρουπίστης» (Άργος Ορεστικό). Οι διαστάσεις της είναι μικρές (έχει 25 εκ. πλάτος και 40 εκ. ύψος, περίπου), η τέχνη της αρκετά καλή και το θεολογικό της περιεχόμενο υψηλό. Η σκηνική δομή της έχει περιγραφικά ως εξής:
Στο άνω κεντρικό μέρος της παράστασης, εικονίζεται το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή λευκής περιστεράς, να εκπέμπει ολόγυρά του δέσμες ακτινών θεϊκού φωτός. Κάτω ακριβώς απ’ το Άγιο Πνεύμα, στο μέσον της εικόνας, υπάρχει ζωγραφισμένη η θεανδρική μορφή του Χριστού – Παλαιού των Ημερών, στη θέση και αντί του Θεού Πατρός που είναι απερίγραπτος, και δίπλα της η μορφή του Χριστού Παντοκράτορα. Αμφότεροι παρουσιάζονται καθισμένοι σε συστάδες νεφών. Πιο αναλυτικά, στο αριστερό μέρος της εικαστικής σκηνής (δεξιό ως προς τον θεατή) είναι αγιογραφημένος ο Χριστός σε γεροντική ηλικία, με μακριά λευκά μαλλιά και γένια, και με δύο επάλληλα φωτοστέφανα στη σεπτή κεφαλή του. Το εμπρόσθιο απ’ αυτά τα φωτοστέφανα είναι τριγωνικό και σταυροφόρο και φέρει γραμμένο εντός του το κυριακό θεωνύμιο Ο ΩΝ (: ο υπάρχων αιωνίως), ενώ το άλλο είναι κυκλικό και ανεπίγραφο. Με το δεξί Του χέρι ο Χριστός – Παλαιός των Ημερών ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατάει φυτόσχημο βασιλικό σκήπτρο. Φοράει εσωτερικά πράσινο χιτώνα κι εξωτερικά ερυθρόχρωμο ιμάτιο.
Στα δεξιά του Παλαιού των Ημερών εικονίζεται και πάλι ο Χριστός, αλλά αυτή τη φορά με τη μορφή του Χριστού Παντοκράτορα, δηλαδή σε αρχόμενη ανδρική ηλικία, με μαύρη κόμη και κοντό γένι. Στην πάνσοφη κεφαλή Του έχει σταυροφόρο φωτοστέφανο με την επιγραφή Ο ΩΝ. Φοράει πορφυρό χιτώνα και γαλάζιο ιμάτιο. Με το δεξί χέρι κρατάει εμπρός Του και στηρίζει στον αντίστοιχο ώμο Του έναν μεγάλο ξύλινο Σταυρό, ενώ με το άλλο χέρι βαστάει επάνω στο γόνατό Του ένα κλειστό Ευαγγέλιο.
Η Αγία Τριάδα και ο άγιος Στέφανος (;),
 στον εξοχικό ναό της Παναγίας 
Λακκωμάτων Καστοριάς.
Εικόνα παρόμοια με τη θεματική.
Ανάμεσα στις δύο απεικονίσεις του Χριστού, στο ύψος των μηρών Του, βρίσκεται ζωγραφισμένη η σφαίρα του κόσμου, και ακριβώς κάτω απ’ αυτήν είναι εικονισμένος ο Διάκονος Στέφανος με ερυθρό στιχάριο (μακρύ χιτώνα). Ο Πρωτομάρτυρας παρουσιάζεται στραμμένος ολίγο προς τ’ αριστερά, φωτοστεφανωμένος, μακρομάλλης, αγένειος, και γονατιστός επάνω σε σύννεφα. Έχει το δεξί του χέρι απλωμένο στο πλάι σε σχήμα δέησης και κρατάει με το αριστερό χέρι το διακονικό του Οράριο, στο οποίο υπάρχει γραμμένος ο Επινίκιος Ύμνος της Θείας Λειτουργίας « Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου…».
Στην κορυφή της εικόνας αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα το θέμα της: Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ, ενώ εκατέρωθεν του Διακόνου Στεφάνου είναι γραμμένο το όνομά του: Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ο Πρωτομάρτυς.

(Γιώργος Τ. Αλεξίου)



Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Το επιτοίχιο Ημερολόγιο έτους 2016 του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης.

Το εμπροσθόφυλλο του Ημερολογίου
Ο γνωστός και δραστήριος Σύνδεσμος Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο Άγιος Κωνσταντίνος» τύπωσε κι έθεσε προσφάτως σε κυκλοφορία το επιτοίχιο Ημερολόγιό του έτους 2016. Το Ημερολόγιο αυτό φέρει τον θεματικό τίτλο «Η Μαγειρική στο Βογατσικό» και περιλαμβάνει στις εσωτερικές σελίδες του, α) σύντομες περιγραφές των κυριότερων εορτών του Βογατσικού, και β) πολλές παραδοσιακές συνταγές μαγειρικής του ίδιου χωριού μαζί με αντίστοιχές τους φωτογραφίες.
Ακολούθως παρουσιάζεται ενδεικτικά η περιγραφή των βογατσιώτικων εθίμων μηνός Ιανουαρίου και η συνταγή μαγειρικής της πεντανόστιμης Βασιλόπιττας των γυναικών του Βογατσικού:

      ΕΘΙΜΑ ΜΗΝΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έλεγαν τα παιδιά τα κόλιαντα και τους έδιναν κολιαντίνες ,στρόγγυλα ψωμάκια στολισμένα με σταφίδες και στραγάλια. Παλιά τα κόλιαντα τα έλεγαν "σύροβα"και ο Τακαντζιάς στο φούρνο ετοίμαζε τις "συροβίνες". Έπλαθε ένα κομμάτι ζυμάρι και με ένα ψαλίδι το έδινε σχήμα να μοιάζει με ανθρωπάκι.
Την Πρωτοχρονιά μετά την εκκλησία, γινόταν γλέντι στην πλατεία, με όργανα και βιολιά. Ντύνονταν οι περισσότεροι καρναβάλια και κυρίως τα παιδιά. Το χιόνι και το τσουχτερό κρύο δεν πτοούσε τους νέους, αλλά ούτε τους μεγάλους και διασκέδαζαν πειράζοντας η μία παρέα την άλλη. Την πίτα την έκοβαν το μεσημέρι, παραδοσιακή τυρόπιτα με το φλουρί. Το κυρίως πιάτο της ημέρας ακόμα και σήμερα είναι χοιρινό κρέας με λάχανο αρμιά και κόκκινο πιπέρι.
Όσοι είχαν πρόβατα έφτιαχναν "βασιλόψωμα", μπουγάτσες που τις στόλιζαν με συροβίνες και πέταλα με στραγάλια και σταφίδες για καλή χρονιά.
Τα Θεοφάνεια το φαγητό που συνηθίζεται είναι ο πατσάς ,σούπα με σκορδοστούμπι και καμένο βούτυρο με κόκκινο πιπέρι και μπούκοβο. Ότι πρέπει για το κρύο.

Το πανέμορφο Βογατσικό,
μερική του άποψη.
Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ ΤΟΥ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟΥ
Στο χωριό Βογατσικό Καστοριάς την Πρωτοχρονιά φτιάχνουν τη βασιλόπιτα με τυρί και αυγά. Για να γίνει χρειάζεται περίπου ένα κιλό αλεύρι, κατάλληλο για πίτα, αλάτι, ένα ποτήρι νερό, λίγο λάδι και λίγο ξύδι. Το ζυμώνουμε καλά για αρκετή ώρα, ώσπου να γίνει η ζύμη λεία και μαλακή. Την αφήνουμε να ξεκουραστεί. Ετοιμάζουμε τη γέμιση, χτυπάμε 5-6 αυγά, ρίχνουμε λίγο αλατάκι και πιπέρι, λιανίζουμε το τυρί και τα ανακατεύουμε. Για να γίνει πιο νόστιμη μπορούμε να προσθέσουμε 2-3 κρεμμυδάκια φρέσκα (μόνο το άσπρο). Αλείφουμε ένα ταψί με βούτυρο ή σπορέλαιο. Παίρνουμε τη ζύμη και τη χωρίζουμε σε 7 μέρη. Ανοίγουμε το φύλλο ανάλογα με το μέγεθος του ταψιού και προσπαθούμε να το κάνουμε λεπτό και το αφήνουμε στην άκρη να στεγνώσει. Με τον ίδιο τρόπο ανοίγουμε όλα τα φύλλα. Στρώνουμε κάθε φύλλο στο ταψί, το βουτυρώνουμε ή το λαδώνουμε και βάζουμε 3 φύλλα από κάτω, ρίχνουμε τη μισή γέμιση και βάζουμε άλλο φύλλο από πάνω. Σε αυτό το σημείο παίρνουμε ένα νόμισμα, που συνήθως είναι κάθε χρόνο το ίδιο, το τυλίγουμε σε αλουμινόχαρτο και το τοποθετούμε σε κάποιο σημείο της πίτας. Αυτό είναι το φλουρί. Προσθέτουμε την υπόλοιπη γέμιση και άλλα 3 φύλλα από πάνω.

Η περίφημη βασιλόπιτα των Βογατσιωτών.
Το τελευταίο φύλλο το κάνουμε με πτυχές για να έχει ωραία εικόνα η πίτα μας. Τα φύλλα που προεξέχουν από το ταψί τα διπλώνουμε σε ρολό γύρω - γύρω και δημιουργούμε τον κόθορο. Βουτυρώνουμε καλά τον κόθορο και την επιφάνεια της πίτας είτε με λάδι ή λίγδα που κάνει την πίτα να σκορπάει. Την ψήνουμε κατά προτίμηση στη γάστρα ή στο φούρνο με ξύλα. 
(Γιώργος Τ. Αλεξίου)

Νεοκλασική οικία του Βογατσικού.




Το ωραίο και πασίγνωστο εικονοστάσι
του Αγίου Κωνσταντίνου στο Βογατσικό.

Οικία του Βογατσικού.


Παλαιά αυλόπορτα στο Βογατσικό.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Τα Κόλιαντα στον Γέρμα της παλαιάς εποχής

Του Χρίστου Γ. Γεωργίου (+1972).  

Η Παναγία με τον Χριστό.
Εικόνα στο ναό
Αγίου Αθανασίου Γέρμα.
Την νύχτα της 23ης προς την 24η Δεκεμβρίου τα παιδιά του Γέρ­μα, ιδίως του δημοτικού σχο­λείου, γυρίζουν καθ’ ομάδες στα σπίτια του χωριού και ψάλ­λουν τα Κόλιαντα. Τα Κόλια­ντα είναι τα λεγόμενα αλλού Κάλανδα (1). Το κάθε παιδί κρατάει στο χέρι του μία ράβ­δο, που το ένα άκρο της είναι εξογκωμένο, για να κτυπά τις πόρτες κι έχει κρεμασμένο από τον ώμο του ένα σακίδιο, για να βάζει τα δώρα, που θα του δίνουν. Μερικά παιδιά, ιδίως εξωσχολικά, κρεμνούν επάνω τους και κουδούνια. Αφού συνεννοηθούν κι αντα­μώσουν τα παιδιά μίας παρέας, στις 9 μ.μ. κι αργότερα ξεκι­νούν κι αρχίζουν να τραγου­δούν τα Κάλανδα, αρχίζουν από το σπίτι του Πάντου Τζούνα, που είναι κοντά στην Πλα­τεία - το Μεσοχώρι - και με την σειρά περνούν απ’ όλα τα σπί­τια.
Όταν φθάσουν μπροστά στην πόρτα κάθε σπιτιού, 3 - 4 παιδιά της παρέας αυτής παρατετα­γμένα αρχίζουν να χτυπούν με τις μαγκούρες των - τις τζιουμπαρντανίκις - την πόρτα και συγχρόνως να τραγουδούν αυτά κι όλη η ομάδα το συνη­θισμένο από τα παλιά χρόνια τραγούδι:
Τα συχαρίκια, μώρ Κυρά,
φάσκιουσι(ν) η Πανα(γ)ιά
έκαμι(ν) Χριστόν πιδί (2).
Χριστός γιννειέτι σήμερα,
γεννειέτι κι βαφτίζιτι,
στους ουρανούς πααίνει.
Το μικρό και απλό αυτό άσμα με τους έξι στίχους του εκφρά­ζει τον όλον βίο του Χριστού.
Σε λίγο ανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται με μία λάμπα ο νοικοκύρης ή η γυναίκα του ή και μία γριά. Τα μέλη της πα­ρέας, μόλις εμφανισθούν, τους απευθύνουν αμέσως την ευχή «καλημέρα κι τ’ χρόν». Κι αρ­χίζει η διανομή των δώρων. Ως δώρα δίδονται σε κάθε παιδί συνήθως 2 - 3 κάστανα. Πολύ λίγα σπίτια προσφέρουν και καρύδια και ελάχιστα καλα­μπόκι βρασμένο. Αν τύχει να συγγενεύει κανένα παιδί από μία ομάδα με την οι­κογένεια ενός σπιτιού, τότε αυτό σκόπιμα και ιδιαίτερα α­πευθύνει χαιρετισμό στη γυ­ναίκα, που μοιράζει τα τρωγάλια, «καλημέρα, νιάνια, κι τ’ χρόν!».   Ε
Ο Γέρμας.
κείνη   ανταποδίδει τον χαιρετισμό με οικειότητα και προφέροντας και το όνομα του προσθέτει
«στέκα, Χρή­στου, μη φέβς, σι θέλου» κ’ ύστερα βγάζει και του δίνει ένα ψωμάκι, την κουλιαντρίνα (3). Τέτοια ψωμάκια τα κά­μνουν με καθαρό σιταρένιο α­λεύρι και μ’ ένα σταυρό επάνω, τα λεν κουλιαντρίνις και τα προορίζουν στα Κόλιαντα για παιδιά συγγενών τους. Έτσι τα παιδιά περιφέρονται από σπίτι σε σπίτι 2 - 3 ώρες και ταλαιπωρούνται βαδίζοντας σε λάσπες και γκαλντερίμια, αν μάλιστα τύχει να μη φωτίζει κ’ η σελήνη κ’ είναι βαθύ σκότος.
Αφού τελειώσει η περιφορά στο χωριό, επιστρέφει το κάθε παιδί στο σπίτι του, πιάνει το τζάκι και διηγείται στους δι­κούς του πώς πέρασε στα Κό­λιαντα. Στο τζάκι καίει πλούσια και ζωηρή φωτιά, γιατί την βραδιά αυτήν φροντίζουν να βάζουν σ’ αυτό χοντρά και πολλά ξύλα και μάλιστα κανέ­να μεγάλο κούτσουρο, που να καίει πολλές ώρες. Η επιμελη­μένη αυτή φωτιά έχει σχέση από το ένα μέρος με το έθιμο των Καλάνδων, γιατί τη βρα­διά αυτήν κάπως ξενυχτούν και πρέπει να έχουν καλή και συνεχή φωτιά, κι από τ’ άλλο έχει σχέση με τη γέννηση του Χριστού στην ψυχρή φάτνη της Βηθλεέμ.
Τα πολύ μικρά παιδιά πηγαί­νουν στα Κόλιαντα τις πρωινές ώρες της 24ης Δεκεμβρίου και πηγαίνουν σε σπίτια γειτονικά και συγγενικά, όπου τυγχά­νουν ιδιαίτερης υποδοχής.
Εκτός του επίσημου αυτού ά­σματος φέρεται στα στόματα του λαού κι ένα άλλο σαν πα­ραλλαγή τρόπον τινά, το οποίο δεν τραγουδιέται την βραδιά των Καλάνδων κ’ είναι αυτό:
 Κόλιαντα, μπάμπου, κόλιαντα,
κ’ ιμένα κουλιαντρίνα,
σα δε μι δίνεις κόλιαντα,
δω μ’ ένα κορίτσι,
να του φιλώ, να του τσιμπώ,
να μι ζισταίν του βράδυ.
Υπάρχει ανεπίσημο κι άλλο τε­τράστιχο, πολύ όμως σόκιν Αριστοφάνειο:
 Ιδώ μας είπαν κι ήρθαμε
κι τώρα δε μας θέλουν,
φούσκουσέ μας τάντερα…
Το 1909 ένας δάσκαλος που έ­παιζε και βιολί, ο Κωνσταντί­νος Δημητριάδης, από την Στρώμνιτσα, δίδαξε στα παιδιά το συνηθισμένο κι εξευγενι­σμένο τάχατε τραγούδι, το εξής:
Καλημέρα σας, άρχοντες, αν είναι ο ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας,
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει κ.τ.λ., που εκφράζει κάτι το ε­πιτηδευμένο κι άχαρι, ενώ το ντόπιο μας τέρπει και μας συγ­κινεί με την απλότητα, φυσικό­τητα και το ανεπιτήδευτο. Το μέτρο τους είναι το ίδιο, που έχουν και τα δημοτικά τρα­γούδια· σε μερικούς μόνον στί­χους παρατηρείται απόκλιση από το κανονικό, στον 2 και 3 του α΄ άσματος και στον 4 του β', στους οποίους τονίζεται η πρώτη συλλαβή κάθε ποδός" (πρβλ. αρχαίο τροχαϊκό μέτρο), ενώ στους άλλους στίχους το­νίζεται η δεύτερη συλλαβή" (πρβλ. αρχαίο ιαμβικό μέτρο). Ίσως ο χρόνος να επέφερε την μεταβολή αυτήν, ο 4 π.χ. του δευτέρου άσματος ίσως προ­ήλθε από αρχικό «δως μου ένα κουρίτσι».

Νεοκλασική οικία στον Γέρμα, έτ. 1930.
ΣΥΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Σημ. Και τα Κάλανδα πάλι είναι η λατινική λέξη calendae, που σημαί­νει την πρώτη μέρα κάθε μηνός. Στις calendas του Γεννάρη οι Ρω­μαίοι απηύθυναν αναμεταξύ τους ευχές κι έδιναν και δώρα.
(2) Καλή' Κυρά, σου φερνομε καλές ειδήσεις, γέννησε η Παναγιά" γέν­νησε.
(3) Αντί κολιαντρίνα από την λέξι κόλιαντα, που σημαίνει 1) τα τραγήματα, που προσφέρονται" και 2) τα Κάλανδα.
ΑΛΛΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Nιάνια = θεία". “Κι τ’ χρόν” = και το χρό­νο, χρόνια πολλά". “Στέκα, Χρήστου, μη φεβς σι θέλου” = στέκα, στάσου Χρήστο, μη φεύγεις, σε θέλω". “Μπά­μπου αντί μπάμπω = γιαγιά".  Τζιουμπαρντανίκα = μαγκούρα παιδιού Κα­λάνδων.

Γερμανιώτες


Το Δημοτικό σχολείο του Γέρμα.





Παλαιοί Γερμανιώτες.

Η προτομή του μακεδονομάχου Καπετάν-Γέρμα.

Εκκλησιαστικοί Επίτροποι του Γέρμα.

Άποψη του Γέρμα απ' το λόφο του Άι-Θανάση.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα. Θεία νύχτα.

Απόψε σκέπασε τη γη
κάποια παράξενη σιγή...
τι να συμβαίνει;
Θαρρείς πως τούτη τη βραδιά
η κάθε ανθρώπινη καρδιά
κάτι προσμένει...

Κοίτα τα δέντρα τα γυμνά!
Φαίνονται τόσο ταπεινά
κι' όλα τ' αστέρια
φέγγουν ψηλά στον ουρανό
τον καθαρό και φωτεινό
σαν αγίοκέρια...

Απόψε είν' όλα χαρωπά!
Χαρούμενα η καρδιά χτυπά
πάνω απ' τον πόνο.
Με της ελπίδας τα φτερά
θά 'ρθει σε λίγο η χαρά
να στήσει θρόνο...

Όλα δεμένα στοργικά,
αγκαλιασμένα αδελφικά
μες στη γαλήνη,
προσμένουν τη γλυκεία στιγμή
που την κακία θε να πνίξει
η καλωσύνη...

Θεέ μου! Τι Θαύμα αληθινό!
Κάθε Σου πλάσμα ζωντανό
θα συλλογιέται
πως τη βραδιά αυτή, σεμνά,
αθόρυβα και ταπεινά
ο Λυτρωτής γεννιέται...

(Ντίνα Παπασταύρου)


Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Τα γερμανιώτικα κάλαντα των Χριστουγέννων, της παλαιάς εποχής.

Εικόνα της Γέννησης του Χριστού.
Την παλαιά εποχή, μέχρι και τον 19ον αιώνα (;), όλοι οι κάτοικοι του Γέρμα συγκεντρώνονταν κατά τη νύχτα των Χριστουγέννων - 24η προς 25 η  Δεκεμβρίου - στην παρ(ε)στιά (: μεγάλο καθιστικό δωμάτιο) του σπιτιού τους, κάθονταν γύρω από το αναμμένο τζάκι και ξαγρυπνούσαν μέχρι τα μεσάνυχτα για να υποδεχτούν και να τιμήσουν τη Γέννηση του Χριστού. Κατόπιν και πριν πέσουν για ύπνο, έριχναν στο τζάκι 2 – 3 κούτσουρα, που ήταν πολύ χοντρά για να κρυφοκαίνε / σιγοκαίνε όλη τη νύχτα και να ζεσταίνουν το νεογέννητο Χριστό.
Περί τα χαράματα, οι γυναίκες που είχαν μικρά αγόρια τα ξυπνούσαν, κι αμέσως αυτά σηκώνονταν, φορούσαν χοντρά ρούχα, έβαζαν στο κεφάλι τους την κουκούλα και στις παλάμες τα “χιρότια” (γάντια), κρεμούσαν στον ώμο τους την “τραγατσίκα” (: σακκούλι), έπαιρναν την “τζιουμπαρντανίκα” τους (: γερό ραβδί, χοντρό στη μία άκρη) κι έβγαιναν στους παγωμένους και σκοτεινούς δρόμους του χωριού. Εκεί σχημάτιζαν μικρές ομάδες κι επισκέπτονταν με τη σειρά όλα τα συγγενικά και φιλικά τους σπίτια, χτυπώντας δυνατά με την “τζιουμπαρντανίκα” τις εξώθυρες και άδοντας τα παραδοσιακά γερμανιώτικα κάλαντα, των οποίων οι πρώτοι στίχοι ήταν, σύμφωνα με τον αείμνηστο Γυμνασιάρχη και συγγραφέα Χρίστο Γεωργίου (1889 - 1972), οι εξής:
«(Τα) συχαρίκια, μορ’ Κυρά,
Φάσκιουσι(ν) η Πανα(γ)ιά,
Έκαμι(ν) Χριστόν πιδί…
Ο ενοριακός ναός του Αγίου Γεωργίου
στον Γέρμα Καστοριάς, έτ. 1882.
(= Καλές ειδήσεις, καλή Κυρά, ενν. σε φέρνομε, γέννησε η Παναγιά, έκαμε παιδί Χριστόν…). (Βλ. το βιβλίο του, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, έκδ. Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 273).
Μετά απ’ το παραπάνω άσμα έλεγαν και το ακόλουθο:
«- Κόλιαντα, μπάμπω, κόλιαντα (: κάλαντα),
κι εμένα “κολιαντρίνα” (: μικρό ψωμάκι στολισμένο με στραγάλια και σταφίδες),
κι αν δεν με δίνεις κόλιαντα,
δώμ’ ένα κορίτσι!
              - Τι το θέλεις γάιδαρε το ξένο το κορίτσι;
       - Να το φιλώ, να το τσιμπώ, να με ζεσταίν’ το βράδυ!».
Οι νοικοκυρές των σπιτιών υποδέχονταν με χαρά τους μικρούς επισκέπτες, τους φιλοδώριζαν κι έριχναν μέσα στο σακούλι τους αρκετά καλούδια, όπως, “κολιαντρίνες”, “κάχτες” (: καρύδια), σούρβα, μήλα “φιρίκια” και “τ’ς Όχριδας”, αχλάδια “ζίμουρβα” και “σιούμσιουλα”, κάστανα κ.ά. Στο τέλος τα ξεπροβοδούσαν με φιλιά και με τις επίκαιρες ευχές Καλά Χριστούγεννα κι ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος.
Τα παιδιά επέστρεφαν στο σπίτι τους ξεπαγιασμένα, αλλά και πολύ χαρούμενα, την 6η πρωινή ώρα, όταν χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες της εκκλησίας του Άι-Γιώργη και καλούσαν τους χωρικούς στη χριστουγεννιάτικη πανηγυρική Θεία Λειτουργία.

Γ.Τ,Α.


Ο Γέρμας Καστοριάς.

"Άγια Νύχτα..." στον Γέρμα.

Αχλάδια "ζίμουρβα",
καλούδια των Χριστουγέννων.



Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Τρεις Άγγελοι απάνω στη στέγη. Κείμενο Παύλου Νιρβάνα (1866 - 1937).

Την ώρα που το Άστρο των Μάγων, χαράζοντας μια χρυσή καμπύλη στο στερέωμα, ήρθε και καρφώθηκε στη στέγη του στάβλου της Βηθλεέμ, τρεις άγγελοι, σαν τρία μεγάλα λευκά περιστέρια, ζύγιασαν τις μεγάλες τους φτερούγες απάνω απ' το ταπεινό καλύβι. Έπειτα ήρθαν και κάθισαν απάνω στ' άχερα της στέγης, γύρω από το χρυσό άστρο, σκεπάζοντας προσεχτικά το φως του με τα φτερά τους, μην τύχει και ξεγλιστρήσει καμιά του αχτίδα και ξυπνήσει το κοιμώμενο Βρέφος. Το Βρέφος που είχε γεννηθεί στη φάτνη των αλόγων.
Οι τρεις άγγελοι παράστεκαν τον ύπνο του μικρού. Η Μητέρα και το Παιδί της είχαν ανάγκη να κοιμηθούν. Όλα είχαν σωπάσει τρι­γύρω. Όλη η πλάση λες και κρατούσε ευλαβικά την ανάσα της. Και τ' άλογα του στάβλου ακόμα είχαν πέσει σε βαθύν ύπνο και δε χτυ­πούσαν πια το χώμα με τις οπλές τους. Ένα μαντρόσκυλο, που γαύγιζε σε κάποια μακρινή στάνη, είχε σωπάσει κι' αυτό. Μια κουκουβάγια, που ακουγόταν από μια γειτονική στέγη, είχε βουβαθεί. Οι Τρεις Μάγοι, που είχαν αποθέσει τα δώρα τους απάνω στη φάτνη του μωρού, είχαν μακρύνει, κι αυτοί, και οι τελευταίοι ήχοι από τα κουδούνια, τα κρεμασμένα στις χρυσοστόλιστες καμήλες τους, είχαν σβήσει στην απόσταση. Η χειμωνιάτικη νύχτα σκέπαζε μ' ένα βουβό σκοτάδι τα σπιτάκια και τα περιβόλια της Βηθλεέμ.
Οι τρεις άγγελοι που παράστεκαν τον ύπνο του Παιδιού και της Μη­τέρας, καθισμένοι απάνω στ' άχερα της στέγης, μιλούσαν τώρα μεταξύ τους, για να περνάει η ώρα τους, ως την αυγή. Μιλούσαν σιγά, πιο σιγά κι από τη σιωπή.
Ο πρώτος άγγελος έλεγε: Εγώ είμαι, που έφερα το κρίνο του Παραδείσου στην παρθένα Μαριάμ. Από τα χέρια μου το πήρε και το μυρίστηκε, στην αυλή του ναού, που έγινε το θαύμα του μυστικού της γάμου. Και τώρα την παραστέκω μητέρα.
Ο δεύτερος άγγελος έλεγε:
Εγώ άνοιξα την πόρτα του στάβλου, για να περάσουν οι τρεις Μάγοι με τα δώρα. Εγώ τους έδειξα τη φάτνη των αλόγων, όπου σάλευε τα χεράκια του το Βρέφος, απλώνοντας τα να πιάσει βασιλικά χαρίσματα. Εγώ πρωτοείδα το χαμόγελο του, πιο φωτεινό από τα χαμόγελα των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, μπροστά στο θρόνο του Θεού των Ουρανών.
Ο τρίτος άγγελος δε μιλούσε. Εσύ ποιό θαύμα είδες; τον ρώτησαν οι δυο άλλοι.
Τότε ο τρίτος άγγελος, με τα μάτια στυλωμένα στο σκοτάδι, προς το μακρινό θαμπόφεγγο του ουρανού, που άπλωναν στην απόσταση τα φώτα της Ιερουσαλήμ, τους είπε, σα να ονειρευόταν:
Εγώ βλέπω έναν τάφο, λαξεμένο στην καρδιά ενός βράχου. Μια βαριά πέτρα τον σκεπάζει. Κι εγώ σκύβω και σηκώνω, με τα χέρια μου τη βαριά πέτρα, σαν πούπουλο. Και τότε ένας ωραίος νεκρός, ντυμένος με φως, υψώνεται πιο ζωντανός από τους ζωντανούς, μπροστά στα μάτια μου, και ανεβαίνει τη χρυσή σκάλα των ουρανών. Εγώ βλέπω το μέγα θαύμα.
Τη στιγμήν εκείνη, από τη φάτνη των αλόγων ακούστηκαν τα πρώτα κλάματα του Βρέφους που ξυπνούσε. Η αυγή ρόδιζε απάνω απ’ τα ταπεινά σπιτάκια και τα περιβόλια της Βηθλεέμ. Και οι τρεις άγγελοι σαν τρία λευκά περιστέρια, τίναξαν τις φτερούγες τους και χάθηκαν μέσα στα πρωινά ρόδα του ουρανού.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

"Ο Αϊ-Γιώργης δρακοντοκτόνος και το παιδί με το λαγήνι". Εικονιστική έκφραση ενός χριστιανικού θρύλου.

Ο Άϊ-Γιώργης δρακοντοκτόνος
και το παιδί με το λαγήνι.
Ξυλόγλυπτη παράσταση στο τέμπλο
του ενοριακού ναού  Γέρμα, έτ. 1775.
Εισαγωγικά.
Οι ορεσίβιοι Μακεδόνες που ίδρυσαν κατά τον 15ο αιώνα (;) το χωριό Λοσνίτσα (νυν ο Γέρμας) Καστοριάς ήταν άνθρωποι γενναιόψυχοι, τολμηροί, και ανυπότακτοι και γι’ αυτό επέλεξαν ως επουράνιο προστάτη τους έναν στρατιωτικό άγιο, τον τροπαιοφόρο και μεγαλομάρτυρα άγιο Γεώργιο. Οι ίδιοι άνθρωποι έκτισαν τότε στο κέντρο του χωριού τους και τον πρώτο ενοριακό του ναό, επ’ ονόματι βεβαίως του αγίου Γεωργίου.
Από την εποχή εκείνη και μέχρι σήμερα, οι κάτοικοι του Γέρμα τιμούν δεόντως κι ευλαβούνται τις ιερές εικόνες τού πολιούχου τους αγίου Γεωργίου που είναι αναρτημένες στους οκτώ ιερούς ναούς του χωριού τους. Στις εικόνες αυτές ο Αϊ-Γιώργης παριστάνεται ως έφιππος αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, να μεταφέρει στα νώτα του αλόγου του ένα μικρό παιδί και να πλήττει με το κοντάρι του μία τρομερή λάμια (: έτσι ονομάζουν τον ερπετόμορφο δράκοντα οι κάτοικοι του Γέρμα).
 Η προαναφερόμενη παράσταση των εικόνων του αγίου Γεωργίου είναι πολύ συνηθισμένη, αποτελεί δε εικαστική απόδοση και απτοποίηση ενός συγκινητικού χριστιανικού θρύλου που ήταν ευρέως διαδεδομένος στην πατρίδα μας. Μία ενδιαφέρουσα παραλλαγή του εν λόγω θρύλου, προερχόμενη απ’ τον Γέρμα Καστοριάς, παρουσιάζεται ακολούθως.
Η προσκυνηματική εικόνα του Άι-Γιώργη
στον ομώνυμο ενοριακό ναό του Γέρμα,
έτ. 1775.
Ο θεματικός Θρύλος. «Κάθε φορά έτρωγα έναν (άνθρωπο), τώρα θα φάω δύο».
Την εποχή που ζούσε εδώ στη γη ο άγιος Γεώργιος (+ 303) υπήρχε στην Καππαδοκία μια πόλη που έπαιρνε πόσιμο νερό από ένα κεφαλόβρυσο (: πηγή με πολλά νερά). Κάποια μέρα, μία φοβερή λάμια πήγε και φώλιασε σε ένα σπήλαιο – λαγούμι, που βρισκόταν δίπλα στο κεφαλόβρυσο και κατακρατούσε κι έπινε όλο το νερό του. Οι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να υποφέρουν απ’ τη λειψυδρία και γι’ αυτό πήγαν στη λάμια και την παρακάλεσαν ν’ αφήσει ελεύθερο το νερό. Η λάμια φυσικά αρνήθηκε, τους είπε όμως, ότι θα άφηνε να τρέξει το νερό της πηγής εάν την (της) έστελναν κάθε πρωτομηνιά ένα μικρό αγόρι για να το τρώει Οι κάτοικοι απέρριψαν αμέσως το αιμοβόρο αίτημα της λάμιας και γύρισαν οργισμένοι και περίλυποι στα σπίτια τους.
Ύστερα από μερικές ημέρες όμως, αναγκάστηκαν απ’ τη φοβερή δίψα τους να δεχθούν τον απεχθή όρο του απαίσιου ερπετού. Από τότε επέλεγαν με κλήρωση, κάθε πρώτη του μήνα, ένα αγόρι της πόλης τους, που το ξεγελούσαν και το έστελναν στην πηγή μ’ ένα λαγήνι στο χέρι, για να πάρει τάχα νερό απ’ αυτήν και όταν πήγαινε εκεί το έτρωγε η λάμια.
Περνούσε ο καιρός και κάποια πρωτομηνιά ο λαχνός της θυσίας έπεσε στο μονάκριβο παιδάκι μιας φτωχής οικογένειας. Μόλις το έμαθαν αυτό οι γονείς και οι συγγενείς τού αγοριού άρχισαν να κλαίν και να οδύρονται, στο τέλος όμως αναγκάστηκαν και το έστειλαν «πεσκέσι» στο αιμοβόρο θηρίο.
Ο ενοριακός ναός του Αγίου Γεωργίου στον Γέρμα,
έτ. 1882. Είναι ο τρίτος κατά χρονολογική σειρά.
Ακριβώς την ώρα εκείνη έφθασε στην αναφερόμενη πόλη ο άγιος Γεώργιος και πληροφορήθηκε τα εξωφρενικά γεγονότα που συνέβαιναν σ’ αυτήν. Αμέσως τότε έκανε το σταυρό του, ζήτησε τη βοήθεια του Θεού, ανέβηκε οργισμένος στο άσπρο άλογό του και πήρε το δρόμο προς την κεφαλόβρυση για να βρει και να εξοντώσει τη λάμια. Όταν έφθασε όμως εκεί, αυτή βρισκόταν μέσα στο λαγούμι της, ενώ έξω απ’ την είσοδό του καθόταν το μελλοθάνατο παιδί με το λαγήνι στο χέρι του και την περίμενε να βγει για να «απολύκει» το νερό.
Ο Άϊ-Γιώργης στάθηκε κι αυτός δίπλα στη σπηλιά και ανέμενε να βγει το τέρας για να το εξολοθρεύσει, επειδή όμως ήταν πολύ κουρασμένος ξάπλωσε για λίγο στο γρασίδι και αμέσως αποκοιμήθηκε.
Ύστερα από λίγη ώρα βγήκε η λάμια από τη φωλιά της, είδε τους δύο ανθρώπους που την περίμεναν και αμέσως βρυχήθηκε δυνατά και είπε: «Ωχ, ωχ, ωχ, πολύ τυχερή είμαι σήμερα. Κάθε φορά έτρωγα έναν (άνθρωπο), τώρα θα φάω δύο».
Ξυλόγλυπτη παράσταση του Άϊ-Γιώργη
στον ενοριακό ναό τού Γέρμα.
Το μικρό αγόρι όταν είδε και άκουσε τη λάμια τρόμαξε κι άρχισε να κλαίει με καυτά δάκρυα, που έπεσαν στα μάγουλα του Άϊ-Γιώργη και τον ξύπνησαν. Γρήγορα τότε αυτός ανέβηκε στο φτερωτό άτι του, πήρε μαζί του και το παιδί και όρμησε ακάθεκτος επάνω στη λάμια και τη φόνευσε με το ατσάλινο κοντάρι του. Αμέσως μετά γύρισε μαζί με το παιδί στην πόλη, όπου τον περίμεναν με αγωνία, ο βασιλιάς, η βασίλισσα, η βασιλοπούλα και όλος ο λαός, και τον υποδέχτηκαν και τον τίμησαν ως λυτρωτή και σωτήρα τους.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Η καταγραφή του παρουσιαζόμενου λαϊκού θρύλου έγινε από τον Γιώργο Τ. Αλεξίου στον Γέρμα Καστοριάς, τον Οκτώβριο του έτους 2015.

Η εικόνα του αγίου Γεωργίου
στο τέμπλο του ενοριακού ναού Γέρμα.

Ο Γέρμας, υπό την σκέπην του πολιούχου του
 αγίου Γεωργίου. Ελαιογραφία του Γ.Τ.Α.

Ο άγιος Γεώργιος φονεύει τον δράκοντα.
Υπέροχο αργυρό εξαπτέρυγο του Γέρμα. 18ος αιών;.

Εικόνα  του αγίου Γεωργίου
απ' το ναό Αγίου Αθανασίου Γέρμα.
19ος αιών;

Ξυλόγλυπτος δράκοντας
στο προσκυνητάρι του αγίου Γεωργίου,
στον Γέρμα, έτ. 1775.

Σχεδιαστική απόδοση του δράκοντα
απ' τον Γ.Τ.Α.

Το χωριό Ο Γέρμας Καστοριάς.

Εικόνα του αγίου Γεωργίου
στον εξοχικό ναό της Παναγίας,
στον Γέρμα, έτ. 1916.

Εικονοστάσι του Αγίου Γεωργίου στον Γέρμα.
Το έκτισαν οι στρατιώτες του 565 Τ.ΠΖ,
περί το έτος 1950.

Ο Άί-Γιώργης φονεύει τον δράκοντα.
Ξυλόγλυπτη παράσταση στην αγιόθυρα
του ενοριακού ναού Γέρμα, έτ. 1775.

Το Προσκυνητάρι του αγίου Γεωργίου
στον ομώνυμο ενοριακό ναό του Γέρμα.