Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης (1866 - 1935), ένα τραγικό πρόσωπο τής ελληνικής Ιστορίας, ένας πονεμένος και αδικημένος Ιεράρχης τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

    

     Ο μακαριστός Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης υπήρξε - κατά τη γνώμη τού Γράφοντος Γιώργου Τ. Αλεξίου  - ένα τραγικό πρόσωπο τής ελληνικής Ιστορίας, ένας πολύ πονεμένος και αδικημένος Ιεράρχης τής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά το έτος 1900 εθνικιστικοί κύκλοι των Αθηνών βλέποντας την τότε νεαρή ηλικία του, την ανάλογή της γενική απειρία του, και τον γνήσιο πατριωτικό του ενθουσιασμό τον έπεισαν και τον έστειλαν απ' την Κωνσταντινούπολη στην Καστοριά για να φέρει εις πέρας μία πολύ δύσκολη αποστολή, "να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά". Ήρθε στην Καστοριά κι εξ αδήριτης ανάγκης συνεργάστηκε ή και συγκρούστηκε με  αλλόθρησκους Τούρκους, με διάφορα άλλα αιμοβόρα πρόσωπα, με άθλιους προδότες, με κομιτατζήδες δολοφόνους κλπ. κλπ. κλπ. Έδρασε κυρίως ως Αντάρτης Μακεδονομάχος και όχι ως Ιεράρχης τής Εκκλησίας τού Χριστού, όπως του υπαγόρευε το υψηλό αξίωμά του και το ανθρωπιστικό καθήκον του, και όπως πρωτίστως θα έπρεπε να πράξει. Εκ του λόγου τούτου, θα είχε σίγουρα μεγάλο σχετικό συνειδησιακό πρόβλημα και η απονήρευτη και ειλικρινής ψυχή του θα πόνεσε πολύ. Όπως αναφέρει - ομολογεί ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, με την ανοχή του έγινε γενοκτονία 80 περίπου άκακων και αθώων σλαβόφωνων Ορθοδόξων χωρικών στη Βασιλειάδα Καστοριάς, και μάλιστα κατά την 25η Μαρτίου 1905, την άγια ημέρα τού Ευαγγελισμού τής Θεοτόκου που εόρταζε το χωριό τους.

    Το τέλος τής 70χρονης ταλαιπωρημένης ζωής τού μακαριστού Γερμανού Καραβαγγέλη δυστυχώς ήταν θλιβερό. Αυτοί που προηγουμένως τον είχαν “χρησιμοποιήσει” κατά κόρον, θρησκευτικοί, πολιτικοί και στρατιωικοί αξιωματούχοι, τον εγκατέλειψαν πάμπτωχον, και τον άφησαν να πεθάνει μόνος κι έρημος στην Ξένη γη. Δυστυχώς όμως, και μετά τον θάνατόν του ίδιοι στενόμυαλοι, απαραδειγμάτιστοι και απρονόητοι εθνικιστικοί μας κύκλοι εξακολουθούν να τον “χρησιμοποιούν” και δεν αφήνουν τη βασανισμένη ψυχή του να ησυχάσει εκεί που βρίσκεται τώρα περιμένοντας την τελική κρίση της. Παρά την τελευταία επιθυμία κι εντολή του, η οποία είναι σαφώς καταγραμμένη στη Διαθήκη του και θα έπρεπε να είναι σεβαστή, διοργανώνουν προς τιμή του ποικίλες λαμπρές εκδηλώσεις κι εξυμνούν την ατελέσφορη πατριωτική του δράση, που αντέβαινε βεβαίως στην απαιτούμενη εκ μέρους του χριστιανική τοιαύτη.

    Ευχόμαστε, ο Θεός να έχει αναπαυμένη τη βασανισμένη ψυχή τού μακαριστού Μητροπολίτου Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη και να φωτίσει όλους εμάς, τους σημερινούς Καστοριανούς, ώστε να παραδειγματιστούμε από τους αρχαίους Αθηναίους που τιμώρησαν τον ποιητή τους Φρύνιχο επειδή τους θύμισε με τις τραγωδίες του "οικεία κακά", και να τελούμε εφεξής αποκλειστικώς και μόνον θρησκευτικά μνημόσυνά του, που εκ των πραγμάτων έχει μεγάλη ανάγκη κι επιζητά η ψυχή του. Επίσης, αιτούμενοι το έλεος τού Θεού για την ψυχή του να προβαίνουμε σε ανάλογες αφανείς αγαθοεργίες και φιλανθρωπίες, και όχι σε ποικιλοθεματικές υμνητικές του εκδηλώσεις, καθώς μόνον οι πρώτες ευαρεστούν και γίνονται δεκτές από τον Κύριό μας Ιησούν Χριστόν, συμφώνως προς τη ρήση Του, “έλεος θέλω και ου θυσίαν”. (Ματθ. ιβ’, 7).

Γεώργιος Τ. Αλεξίου, (απόγονος αδελφών των δύο Μακεδονομάχων, α) Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γιοβανόπουλου, και β) Αλέξη Γ. Αλεξίου).













Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Εξαίρετη τοιχογραφημένη παράσταση τής παραβολής τού Υποκριτού, (Ματθ. ζ’, 1-5), έτ. 1727 στον μεταβυζαντινό ναό αγίου Ιωάννου Προδρόμου τής συνοικίας “Απόζαρι” πόλης Καστοριάς.

     

    Ο ναός του αγίου Ιωάννου προδρόμου που βρίσκεται στην παραδοσιακή συνοικία Απόζαρι τής Καστοριάς και χρονολογείται στον 18ο αιώνα {;}, διαθέτει ωραίες φορητές εικόνες και πολύ πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες. Μία απ’ τις εν λόγω τοιχογραφίες παρουσιάζει την παραβολή του Χριστού με την (στην) οποία ο Κύριος καυτηριάζει την υποκρισία αρκετών ανθρώπων. Η καταγραφή αυτής της υπέροχης παραβολής στο Ευαγγέλιο τού Ματθαίου (κεφ. ζ’, 1-5) έχει ως εξής:

“Μη κατακρίνετε και μη καταδικάζετε τον πλησίον σας, δια να μη κατακριθείτε και σεις από τον Θεόν.

Διότι με την σκληράν και αυστηράν κρίσιν, που κατακρίνετε, θα κατακριθείτε και με το ίδιον μέτρον, που   τας πράξεις του πλησίον, θα μετρηθεί από τον Θεόν και θα κριθεί και η ιδική σας ζωή και συμπεριφορά.

Διατί λοιπόν βλέπεις το μικρόν αχυράκι, που υπάρχει στο μάτι του αδελφού σου, και δεν αισθάνεσαι το δοκάρι που είναι στο ιδικόν σου μάτι; (Διατί επικρίνεις το ελαφρόν σφάλμα του αδελφού σου και δεν συναισθάνεσαι το βαρύτατον ιδικόν σου παράπτωμα;)

    Και με τι δικαίωμα θα πεις στον αδελφό σου, άφησέ με να βγάλω το αχυράκι από το μάτι σου (να διορθώσω δηλαδή εγώ, σαν καλύτερος τάχα, το δικό σου σφάλμα), καθ' ον χρόνο υπάρχει στο μάτι σου δοκάρι ολόκληρο (δηλαδή βαρύνεσαι συ από μεγάλα αμαρτήματα);

Υποκριτά, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα ίδείς καθαρά, ώστε να βγάλεις με προσοχήν και αγάπην το αχυράκι από το μάτι του αδελφού σου”.

(Η απόδοση τού ευαγγελικού κειμένου στη Νεοελληνική ελήφθη απ΄ τον ανάλογο Ιστότοπο τής Ιεράς μητροπόλεως Γουμενίσσης).

 Το μεγάλο δοκάρι που συμφώνως προς την εξεταζόμενη παραβολή  βρίσκεται στο μάτι τού Υποκριτή ανθρώπου αντιπροσωπεύει, κατά πολλούς ερμηνευτές, όλα τα μεγάλα αμαρτήματα τού ιδίου (: του Υποκριτή) και των ομοίων του (σ.σ. βλέπε το παραπάνω μεταφρασμένο κείμενο τής Παραβολής), ενώ κατά το Μέγα Γεροντικόν, αντιπροσωπεύει  τη συγκεκριμένη μεγάλη αμαρτία τής κατάκρισης, την οποία μόλις είχε διαπράξει ο Υποκριτής με τα λεγόμενα του:

«Είπε ένας Γέροντας: «Τίποτε δεν παροργίζει τόσο τον Θεό και τίποτε δεν απογυμνώνει τόσο τον άνθρωπο από τη χάρη, ώστε να φτάσει και σε εγκατάλειψη από μέρους τού Θεού, όσο το να κατηγορεί τον πλησίον του ή να τον κατακρίνει ή να τον εξουθενώνει. Και είναι τόσο βαρύτερη η κατάκριση από κάθε άλλη αμαρτία, ώστε ο ίδιος ο Χριστός λέει: «Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου και τότε θα δείς καθαρά για να βγάλεις το σκουπιδάκι που βρίσκεται στο μάτι του αδελφού σου (Λουκ. στ’, 42). Παρομοίασε δηλαδή το αμάρτημα τού πλησίον με το σκουπιδάκι, ενώ την κατάκριση με το δοκάρι. Είναι τόσο κακό το να κατακρίνει κανείς· σχεδόν ξεπερνά κάθε αμαρτία.

    Επομένως τίποτε δεν είναι βαρύτερο, αδελφοί μου, ούτε χειρότερο από το να καταδικάσουμε ή να εξουθενώσουμε τον πλησίον. Γιατί να μη προτιμούμε να κατακρίνουμε τον εαυτό μας; Και εννοώ τα κακά τα δικά μας που καλά τα γνωρίζουμε και για τα οποία πρόκειται να δώσουμε λόγο στον Θεό. Γιατί αρπάζουμε το δικαίωμα της κρίσης του Θεού; Τι θέλουμε από το πλάσμα του, τι θέλουμε από τον πλησίον; Τί ζητάμε από τα βάρη του άλλου; Έχουμε, αδελφοί τι να φροντίσουμε. Ο καθείς ας προσέχει τον εαυτό του και τις δικές του κακίες, Η εξουσία να δικαιώνει και να καταδικάζει, ανήκει μόνο στον Θεό, που γνωρίζει και την κατάσταση τού καθενός και τη δύναμη· τον τρόπο τής ζωής και τα χαρίσματά του, την ιδιοσυγκρασία και τις ικανότητές του, ανήκει στον Θεό πού κρίνει ανάλογα με το καθένα απ’ αυτά, όπως ο ίδιος μόνος τά γνωρίζει».

Είπε ακόμη: «Ας αποκτήσουμε αγάπη· Ας αποκτήσουμε συμπόνια για τον πλησίον, ώστε να αποφύγουμε τη φοβερή καταλαλιά και το να καταδικάζουμε κάποιον ή να τον εξουθενώνουμε. Ας βοηθούμε ο ένας τον άλλον σαν να είναι δικό μας μέλος, γιατί είμαστε μέλη του ιδίου σώματος, όπως λέει ο Απόστολος· όλοι είμαστε ένα σώμα και ο καθένας μας είναι μέλος του σώματος στο οποίο ανήκουν και οι άλλοι ως μέλη (Ρωμ. Ιβ’, 5). Και όταν πάσχει ένα μέλος συμπάσχουν όλα τα άλλα».

(Το κείμενο ελήφθη απ’ το Μέγα Γεροντικόν, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Το Γενέσιον της Θεοτόκου».

Γιώργος Τ. Αλεξίου.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Διδαχή Αββά Ησαΐα (4ος – 5ος αιών): «Ο άνθρωπος πού αμάρτησε κάποτε και δεν έχει τη βεβαιότητα ότι του έγινε συγχώρηση απ’ τον Θεό, είναι υπό μετάνοια, ας μη διδάσκει» !

 

«... Από πού γνωρίζω εγώ ότι έγινα αποδεκτός από τον Θεό, ώστε να ειπώ σε άλλον, κάνε τούτο ή εκείνο, ενώ εγώ ο ίδιος είμαι υπό μετάνοια για τις αμαρτίες μου; Διότι ο άνθρωπος που έπεσε κάποτε είναι υπό μετάνοια και δεν έχει την βεβαιότητα, εφ' όσον δεν γνωρίζει, ότι του έγινε συγχώρησις. Το μεν αμάρτημα βεβαίως επραγματοποιήθηκε, του Θεού δε είναι το έλεος, διότι δεν μπορείς να αμεριμνήσεις με την καρδιά σου, έως ότου εμφανισθείς στο κριτήριο του Θεού. Αν δε θέλεις να μάθεις αν σου δόθηκε συγχώρησις των αμαρτιών σου, σημείο είναι τούτο, εάν δεν κινηθεί κανένα αμάρτημα σου στην ψυχή σου ή δεν καταλάβεις ποιά ήσαν όταν σου ομιλεί άλλος γι' αυτά, άρα επέτυχες έλεος. Αν όμως ζουν ακόμη μέσα σου, κράτα τα και κλαίε γι' αυτά, διότι είναι φόβος και τρόμος και οδύνη ν' αδιαφορήσεις γι' αυτά, έως ότου παρουσιασθείς στο βήμα τού Θεού...».

Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών. Πατερικαί Εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, τόμ. 12, σελ. 101, Αποφθέγματα.

Παρουσίαση Γ.Τ.Α.














Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Τα δύο είδη τού “Φόβου Θεού”: α) των Χριστιανών αρχαρίων στην ευσέβεια, και β) των Χριστιανών τελειωμένων σ' αυτήν.

 Διδαχή Αββά Δωροθέου (6ος αιών).

«Οι αρχάριοι στην ευσέβεια αγαπούν τον Θεό από φόβο.

Οι τελειωμένοι στην ευσέβεια φοβούνται τον Θεό από αγάπη».

"Λέγει ο άγιος Απόστολος Ιωάννης στις καθολικές επιστολές, «η τελεία αγάπη απομακρύνει το φόβο». Τί θέλει τάχα να μας σημάνει με αυτό ο άγιος; Για ποιά αγάπη ομιλεί και για ποιό φόβο; Ο προφήτης λέγει στον ψαλμό «φοβηθήτε τον Κύριο όλοι οι άγιοί του». Ευρίσκομε δε στις άγιες Γραφές κι' άλλα πολλά τέτοια. Εάν λοιπόν και οι άγιοι, που τόσο αγαπούν τον Κύριο, τον φοβούνται, πώς λέγει, «η αγάπη απομακρύνει τον φόβο»; Ο άγιος θέλει να μας δείξει ότι υπάρχουν δύο φόβοι, ένας εισαγωγικός και ένας τέλειος, και ότι ο μεν πρώτος ταιριάζει στους αρχαρίους, θα έλεγε κανείς, τής θεοσέβειας, ο δε άλλος ταιριάζει στους τελειωμένους που έφθασαν στο
μέτρο της αγίας
αγάπης. Φέρω για παράδειγμα το εξής. Κάποιος κάνει το θέλημα του Θεού από τον φόβο της τιμωρίας αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμη αρχάριος, αυτός δεν κάνει το καλό για το ίδιο το καλό αλλά από τον φόβο των κτυπημάτων. Άλλος όμως κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπά το Θεό, επειδή αγαπά ειδικώς το να ευαρεστεί τον Θεό. Αυτός γνωρίζει τί είναι καθ' εαυτό το καλό, αυτός γνωρίζει τί είναι το να είναι μαζί με το Θεό. Αυτός λοιπόν είναι εκείνος που έχει την αληθινή αγάπη που ο άγιος χαρακτηρίζει τελεία, και αυτή η αγάπη τον φέρει στον τέλειο φόβο. Δηλαδή αυτός φοβείται και φυλάττει το θέλημα του Θεού όχι πλέον για τις πληγές, όχι πλέον για να μη τιμωρηθεί, αλλά, όπως είπαμε, επειδή ε γεύτηκε την γλυκύτητα τού να είναι μαζί με το Θεό, φοβείται μη εκπέσει από αυτήν, φοβείται μη την στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος, ο γεννώμενος από την αγάπη, απομακρύνει τον εισαγωγικό φόβο. Και γι' αυτό λέγει ότι η αγάπη απομακρύνει το φόβο. Είναι δε αδύνατο να έλθει ο τέλειος φόβος, παρά μόνο δια του εισαγωγικού".

Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών. Πατερικαί Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, τόμ. 12, σελ. 330.

Παρουσίαση Γ.Τ.Α.