«Το Έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές». (Διονύσιος Σολωμός).
Εισαγωγικό σημείωμα τού Γ.Τ.Α.
Έως το έτος 1900 περίπου, όλοι ανεξαιρέτως
οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί τής περιοχής Καστοριάς, (Ελληνόφωνοι, Σλαβόφωνοι,
Βλαχόφωνοι, Αρβανιτόφωνοι), είχαν μεταξύ τους άριστες και αδελφικές σχέσεις. Ζούσαν
στην πόλη τής Καστοριάς και σε γειτονικά της χωριά αρμονικά, ειρηνικά και
αγαπημένα, τα παιδιά τους σύναπταν γλωσσικώς μικτούς γάμους, αποκτούσαν στενούς
και ισχυρούς συγγενικούς δεσμούς και φυσικά, είχαν έως τότε αμέριστη την
ευλογία τού Θεού και προόδευαν αναλόγως. Περί το έτος αυτό όμως, ξένοι
εθνικιστικοί παράγοντες έφτασαν και στην Καστοριά, ενέσπειραν μεταξύ των φιλήσυχων
κατοίκων της τη διχόνοια και το παράλογο μίσος, τους διαίρεσαν και δυστυχώς τους
οδήγησαν κατά τη διάρκεια των επόμενων πέντε δεκαετιών σε μεγάλες συμφορές.
Ένα τραγικό συμβάν του έτους 1905,
που είναι ενδεικτικό κι αντιπροσωπευτικό πολλών ανάλογων γεγονότων, τα οποία
συνέβησαν κατά την περίοδο τού Μακεδονικού Αγώνα (1904 – 1908), δυστυχώς δε και
κατά την μετέπειτα περίοδο τής Κατοχής και του Ανταρτοπολέμου (1940 – 1949), παρουσιάζεται
ακολούθως:
Κείμενο τού αείμνηστου Καστοριανού
Γυμνασιάρχη και συγγραφέα Χρίστου Γεωργίου. (1890 – 1972).
Εισβολή Ανταρτών Μακεδονομάχων στη
Ζαγορίτσιανη {: Βασιλειάδα Καστοριάς). 25 Μαρτίου 1905.
23 Μαρτίου 1905. Παίρνει, να νυχτώνει. Κίνηση μεγάλη στο χωριό νυν Γέρμας Καστοριάς. Η πλατεία τού χωρίου, το Μεσοχώρι, είναι γεμάτη από οπλοφόρους. Γιατί ο συναγερμός αυτός; Τί σχεδιάζεται;
Λίγοι μονάχα ξέρουν πώς πρόκειται να
γίνει εισβολή ανταρτών στη Ζαγορίτσανη, σημερινή Βασιλειάδα Καστοριάς. Υπάρχουν
εκεί και αρκετοί βουλγαρόφρονες. Εναντίον αυτών στρέφεται ο πολεμικός αυτός
συναγερμός. Πάνε να εκδικηθούν τον άγριο σκοτωμό Ελλήνων ιερέων, διδασκάλων και
προυχόντων και τού Κρητικού Γεωργίου Σεϊμένη.
Τους αντάρτες ενισχύουν και eθελονταί
από τον Γέρμα και τα γύρω χωριά. Από τον Γέρμα λαμβάνουν μέρος οι Κωνσταντίνος
Παπαϊωάννου - Ντούφλιας, Χρίστος Τσόγκας, Γεώργιος Παπαϊωάννου,
Δημήτριος Τζιώνης, Δημήτριος Μπούρντας, Νικόλαος. Αγγελής ή Γκέλας, Νικόλαος
Στυλιάδης ή Μπέκας, ίσως και άλλοι. Από το Κωσταράζι, οι Νικόλαος Κουτούβας,
Κωνσταντίνος Τομόπουλος. Από το Βογατσικό, ο Κωνσταντίνος Ντόγριας. Εκτός των
ανωτέρω και πολλοί άλλοι, και απ' άλλα χωριά.
Οι πολεμισταί είναι περί τους
τριακόσιους με αρχηγούς κι οπλαρχηγούς τους, Γεώργιο Τσόντο ή καπετάν Βάρδα,
Κωνσταντίνο Γκούντα, Στέργιο Γκούντα, υιό του, Γιάννη Πούλακα, Ευθύμιο Καούδη,
Γεώργιο Κονδύλη, Γεώργιο Δικώνυμο ή Μακρή, Παύλο Γύπαρι και άλλους.
Και μόλις νύχτωσε, παίρνουν το δρόμο για την Κλεισούρα και λημεριάζουν στο δάσος Κότορι, που είναι απέναντι τής Βασιλειάδος. Την άλλη μέρα, 24 Μαρτίου, εξακολουθούν να στρατοπεδεύουν εκεί. Ξυλοφόροι από τα γύρω χωριά τους βλέπουν και ειδήσεις σχετικές δεν εβράδυναν να φτάσουν στ’ αυτιά των τουρκικών Αρχών.
Κατά τα μεσάνυχτα τής 24ης προς την
25η Μαρτίου, όλος εκείνος ο οπλισμένος ανταρτικός όγκος κινείται με τους άλλους
βοηθούς εναντίον τής Βασιλειάδος. Η κάθε ομάδα με τον αρχηγό της βαδίζει προς
τον προκαθορισμένο τομέα τής δράσεώς της. Επακολουθούν φόνοι, πυρπολήσεις
οικιών και άλλες βίαιες πράξεις. Μέσα σ' εκείνην την ανεμοζάλη παθαίνουν
δυστυχώς κι αθώοι.
Κατά τα ξημερώματα οι αντάρτες μ'
έναν παπά και άλλους ομήρους ανεβαίνουν στο βουνό προς τα επάνω, οπότε
παρουσιάζεται και τουρκικός στρατός κάτω, που άρχισε τους πυροβολισμούς. Ο
παππάς και οι άλλοι εκτελούνται και οι εκδικηταί απομακρύνονται χωρίς καμιά
απώλεια.
Χρίστου Γ. Γεωργίου, Ο Γέρμας και τα
γεγονότα τού Μακεδονικού Αγώνα, εκδ. Ε.Μ.Σ., Ι.Μ.Χ.Α, σελ. 42 - 43. Θεσσαλονίκη
1966.
Σημείωση. Το παρουσιαζόμενο τραγικό γεγονός
και τα παρόμοιά του, καθώς και αυτοί που τα διέπραξαν, πρέπει να καταδικάζονται
συνεχώς από όλους τους Έλληνες, ιδιαιτέρως δε από τους αξιωματούχους τους. Εάν
εκθειάζονται, όπως συνέβαινε κατά τον Μεσοπόλεμο, υπάρχει η πιθανότητα να
ξανασυμβούν, όπως δυστυχώς ξανασυνέβησαν εις το πολλαπλάσιο κατά τη δεκαετία τού
1940.
Γιώργος Τ. Αλεξίου. Απόγονος στενών συγγενών (αδελφών) τών
γηγενών Μακεδονομάχων, Αρχιμανδρίτη εθνομάρτυρα Άνθιμου Γιοβανόπουλου, και Αλέξη
Γ. Αλεξίου.






































