Εισαγωγικά.
Όλοι οι Χριστιανοί κάτοικοι τής Μακεδονίας, Ελληνόφωνοι, Σλαβόφωνοι, Βλαχόφωνοι και Αρβανιτόφωνοι, υπάγονταν εκκλησιαστικώς, υποχρεωτικώς και αναντιρρήτως, κατά την περίοδο τής Τουρκοκρατίας, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Όμως, περί τα μέσα τού 19ου αιώνα, οι Πανσλαβιστές, κυρίως τής Ρωσίας, οι οποίοι υποστήριζαν την πολιτιστική, πνευματική και κρατική ένωση όλων των σλαβικών λαών τής Οθωμανικής και τής Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, υποκίνησαν και βοήθησαν τους σλαβόφωνους κατοίκους των Βαλκανίων να αφυπνιστούν εθνικώς και να ζητήσουν τη δημιουργία δικού τους Κράτους και δικής τους αυτόνομης Ορθόδοξης Εκκλησίας, με όλα τα συνακόλουθα. Άρχισε τότε ένας φοβερός αγώνας μεταξύ των Ελληνόφωνων κι ενός τμήματος των σλαβόφωνων κατοίκων τής Μακεδονίας, για το ποια γλωσσική ομάδα εκ των αναφερόμενων δύο θα επικρατήσει στην περιοχή τους. Ο αγώνας αυτός είχε αρκετές φάσεις, εκ των οποίων οι δύο ήταν πολεμικές και πολυαίμακτες, υπήρξε δε εξ αρχής πείσμων, πολύμορφος και πολυεπίπεδος και τέτοιος συνεχίζεται μέχρι σήμερα, κυρίως εκτός Ελλάδος, σε Βαλκανικές και σε υπερπόντιες χώρες τής Αμερικής και της Αυστραλίας.
Η 1η Φάση του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα, 1904 - 1908.
Η πρώτη εκ των αναφερόμενων δύο ένοπλων φάσεων τού Μακεδονικού Αγώνα άρχισε κατά το έτος 1904 με την είσοδο και την ανάλογη πολεμική δράση τού Παύλου Μελά στην περιοχή της Καστοριάς. Η φάση αυτή διήρκησε 4 χρόνια κι έληξε με την ανακήρυξη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τού Συντάγματος των Νεότουρκων (Ιούλιος 1908). Στην εν λόγω πρώτη φάση οι εθνικιστές των Ελλήνων και των Σλάβων ενέπλεξαν δυστυχώς και διαίρεσαν και την τοπική Εκκλησία τής Καστοριάς, και μετέτρεψαν έτσι τον μεταξύ τους φυλετικό Αγώνα σε ενδοορθόδοξο, γεγονός που είχε ολέθριες συνέπειες για τον τοπικό πληθυσμό τής αναφερόμενης περιοχής. Μόνο στην επαρχία τής Καστοριάς τότε οι νεκροί ξεπέρασαν τους 600, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Σλαβόφωνοι αθώοι χωρικοί.
Οι Τούρκοι που κατείχαν τη Μακεδονία κατά την εξεταζόμενη περίοδο τού Μακεδονικού Αγώνα (1904 - 1908) χτυπούσαν με το Στρατό και με τη χωροφυλακή τους αμφότερες τις υπόψη αντιμαχόμενες ένοπλες ανταρτικές Ομάδες, περισσότερο όμως την Ομάδα των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, επειδή είχε προηγηθεί η τοπική επανάστασή τους κατά των Τούρκων, που είναι γνωστή με την ονομασία Εξέγερση τού Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903).
Το έτος 1912 κι αμέσως μετά την ενσωμάτωση τής Μακεδονίας στον εθνικό μας κορμό, άρχισε μεταξύ των ελληνόφωνων και των σλαβόφωνων Μακεδόνων ένας διαφορετικός αγώνας, που δεντώρα ήταν κυρίως γλωσσικός και πολιτισμικός. Οι ελληνικές κρατικές Αρχές, δυστυχώς, ακρίτως σκεπτόμενες και πράττουσες, πίεσαν - υποχρέωσαν τους Σλαβομακεδόνες τής επικράτειάς τους να ομιλούν αποκλειστικώς την ελληνική γλώσσα και να τραγουδούν και να χορεύουν μόνο ελληνικούς χορούς.
Η 2η Φάση του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα, 1941 - 1949.
Η έως το έτος 1941 προαναφερόμενη πολλαπλή καταπίεση των Σλαβομακεδόνων ώθησε μερικούς εξ αυτών να ιδρύσουν κατά το Νοέμβριο του 1943 την αυτονομιστική Οργάνωση ΣΝΟΦ και να εντάξουν στις τάξεις της αρκετούς ομόγλωσσούςτους κατά την περίοδο τής Ιταλογερμανικής Κατοχής (1941 – 1944). Τους ώθησε επίσης να τοποθετήσουν σε ορισμένα χωριά τής Καστοριάς δικούς τους σχισματικούς ιερείς, με αποτέλεσμα να διαπραχτούν και πάλι διάφορα ανάλογα εγκλήματα, που δυστυχώς ήταν περισσότερα και απεχθέστερα απ’ τα αντίστοιχα τής 1ης Φάσης.
Αρκετοί απ’ τους Σλαβόφωνους Μακεδόνες συνεργάζονταν έως το έτος 1944 με τις Δυνάμεις Κατοχής και κατόπιν έως το 1949 με τους ερυθρούς αντάρτες, ενώ κατά την ίδια χρονική περίοδο οι Ελληνόφωνοι κάτοικοι συνεργάζονταν αρχικώς με τις κατοχικές κρατικές Αρχές τής Καστοριάς και αργότερα με τον εθνικό μας Στρατό. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα δεινά, ξέσπασε και μία σφοδρή, αδικαιολόγητη και απαράδεκτη διαμάχη μεταξύ τού τότε Μητροπολίτη Καστοριάς Νικηφόρου Παπασιδέρη και του Αρχιμανδρίτη τής ίδιας Μητροπόλεως Χριστοφόρου Καλύβα.
Συμπέρασμα.
Η 1η ένοπλη φάση τού Μακεδονικού Αγώνα περιόδου 1904 – 1908 είχε ως επακόλουθο - συνοδευτικό της τη 2η ανάλογη φάση τής περιόδου 1941 – 1949. Αυτές οι δύο πολεμικές φάσεις τού Μακεδονικού Αγώνα ήταν - είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και η μία δεν μπορεί να νοηθεί, να προβληθεί ή να ελεγχθεί μεμονωμένως και ανεξαρτήτως απ’ την άλλη. Ως εκ τούτου, όσοι αναφέρονται, εξυμνούν ή καταδικάζουν διάφορους πρωταγωνιστές και γνωστά γεγονότα τής πρώτης φάσης τού ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα πράττουν εμμέσως το ίδιο, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνονται και να το επιδιώκουν, και για αντίστοιχα πρόσωπα και γεγονότα τής δεύτερης ανάλογης Φάσης. Επίσης, όσοι αναμοχλεύουν και αναζωπυρώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο στους σημερινούς Μακεδόνες τις διχόνοιες, τα βάσανα και τα μίση των προγόνων τους της 1ης Φάσης, κάνουν ακριβώς τα ίδια και για τα πεπραγμένα των ανθρώπων τής πρόσφατης 2ης Φάσης.
Σημείωση 1. Το Μουσείο τού Μακεδονικού Αγώνα Καστοριάς παρουσιάζει και προβάλλει τους πρωταγωνιστές και τα γεγονότα μόνον τής 1ης ένοπλης Φάσης τού αναφερόμενου Αγώνα, παραβλέπει δε και αγνοεί παντελώς τα επιφανή πρόσωπα και τα σχετικά τους γεγονότα τής 2ης ανάλογης Φάσης, που είναι εξίσου σημαντικά κι ενδιαφέροντα με αυτά της 1ης Φάσης.
Σημείωση 2. Το λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα είναι πολύ σημαντικό και λεπτό θέμα κι ένεκα τούτου πρέπει να ασχολούνται μ’ αυτό αποκλειστικώς και μόνο αρμόδιοι σοβαροί επιστήμονες, που να είναι γηγενείς Μακεδόνες, εύστροφοι, με ευρύτητα αντίληψης και που να το κατέχουν λίαν καλώς. Ερασιτεχνισμοί και σχετικές προπαγανδιστικές ενέργειες πρέπει να αποκλειστούν διά παντός.
Γεώργιος Τ. Αλεξίου.
Μελετητής τής τοπικής Ιστορίας Καστοριάς.





































