Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Οι δύο ένοπλες φάσεις τού Μακεδονικού αγώνα: 1η φάση, 1904 – 8, και 2η φάση, 1941 - 9.

 Εισαγωγικά.

    Όλοι οι Χριστιανοί κάτοικοι τής Μακεδονίας, Ελληνόφωνοι, Σλαβόφωνοι, Βλαχόφωνοι και Αρβανιτόφωνοι, υπάγονταν εκκλησιαστικώς, υποχρεωτικώς και αναντιρρήτως, κατά την περίοδο τής Τουρκοκρατίας, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Όμως, περί τα μέσα τού 19ου  αιώνα, οι Πανσλαβιστές, κυρίως τής Ρωσίας, οι οποίοι υποστήριζαν την πολιτιστική, πνευματική και κρατική ένωση όλων των σλαβικών λαών τής Οθωμανικής και τής Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, υποκίνησαν και βοήθησαν τους σλαβόφωνους κατοίκους των Βαλκανίων να αφυπνιστούν εθνικώς και να ζητήσουν τη δημιουργία δικού τους Κράτους και δικής τους αυτόνομης Ορθόδοξης Εκκλησίας, με όλα τα συνακόλουθα. Άρχισε τότε ένας φοβερός αγώνας μεταξύ των Ελληνόφωνων κι ενός τμήματος των σλαβόφωνων κατοίκων τής Μακεδονίας, για το ποια γλωσσική ομάδα εκ των αναφερόμενων δύο θα επικρατήσει στην περιοχή τους. Ο αγώνας αυτός είχε αρκετές φάσεις, εκ των οποίων οι δύο ήταν πολεμικές και πολυαίμακτες, υπήρξε δε εξ αρχής πείσμων, πολύμορφος και πολυεπίπεδος και τέτοιος συνεχίζεται μέχρι σήμερα, κυρίως εκτός Ελλάδος, σε Βαλκανικές και σε υπερπόντιες χώρες τής Αμερικής και της Αυστραλίας.

Η 1η Φάση του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα, 1904 - 1908.

    Η πρώτη εκ των αναφερόμενων δύο ένοπλων φάσεων τού Μακεδονικού Αγώνα άρχισε κατά το έτος 1904 με την είσοδο και την ανάλογη πολεμική δράση τού Παύλου Μελά στην περιοχή της Καστοριάς. Η φάση αυτή διήρκησε 4 χρόνια κι έληξε με την ανακήρυξη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τού Συντάγματος των Νεότουρκων (Ιούλιος 1908). Στην εν λόγω πρώτη φάση οι εθνικιστές των Ελλήνων και των Σλάβων ενέπλεξαν δυστυχώς και διαίρεσαν και την τοπική Εκκλησία τής Καστοριάς, και μετέτρεψαν έτσι τον μεταξύ τους φυλετικό Αγώνα σε ενδοορθόδοξο, γεγονός που είχε ολέθριες συνέπειες για τον τοπικό πληθυσμό τής αναφερόμενης περιοχής. Μόνο στην επαρχία τής Καστοριάς τότε οι νεκροί ξεπέρασαν τους 600, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Σλαβόφωνοι αθώοι χωρικοί.

    Οι Τούρκοι που κατείχαν τη Μακεδονία κατά την εξεταζόμενη περίοδο τού Μακεδονικού Αγώνα (1904 - 1908) χτυπούσαν με το Στρατό και με τη χωροφυλακή τους αμφότερες τις υπόψη αντιμαχόμενες ένοπλες ανταρτικές  Ομάδες, περισσότερο όμως την Ομάδα των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, επειδή είχε προηγηθεί η τοπική επανάστασή τους κατά των Τούρκων, που είναι γνωστή με την ονομασία Εξέγερση τού Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903).

    Το έτος 1912 κι αμέσως μετά την ενσωμάτωση τής Μακεδονίας στον εθνικό μας κορμό, άρχισε μεταξύ των ελληνόφωνων και των σλαβόφωνων Μακεδόνων ένας διαφορετικός αγώνας, που δεντώρα ήταν κυρίως γλωσσικός και πολιτισμικός. Οι ελληνικές κρατικές Αρχές, δυστυχώς, ακρίτως σκεπτόμενες και πράττουσες, πίεσαν - υποχρέωσαν τους Σλαβομακεδόνες τής επικράτειάς τους να ομιλούν αποκλειστικώς την ελληνική γλώσσα και να τραγουδούν και να χορεύουν μόνο ελληνικούς χορούς.

Η 2η Φάση του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα, 1941 - 1949.

    Η έως το έτος 1941 προαναφερόμενη πολλαπλή καταπίεση των Σλαβομακεδόνων ώθησε μερικούς εξ αυτών να ιδρύσουν κατά το Νοέμβριο του 1943 την αυτονομιστική Οργάνωση ΣΝΟΦ και να εντάξουν στις τάξεις της αρκετούς ομόγλωσσούςτους κατά την περίοδο τής Ιταλογερμανικής Κατοχής (1941 – 1944). Τους ώθησε επίσης να τοποθετήσουν σε ορισμένα χωριά τής Καστοριάς δικούς τους σχισματικούς ιερείς, με αποτέλεσμα να διαπραχτούν και πάλι διάφορα ανάλογα εγκλήματα, που δυστυχώς ήταν περισσότερα και απεχθέστερα απ’ τα αντίστοιχα τής 1ης Φάσης.

Αρκετοί απ’ τους Σλαβόφωνους Μακεδόνες συνεργάζονταν έως το έτος 1944 με τις Δυνάμεις Κατοχής και κατόπιν έως το 1949 με τους ερυθρούς αντάρτες, ενώ κατά την ίδια χρονική περίοδο οι Ελληνόφωνοι κάτοικοι συνεργάζονταν αρχικώς με τις κατοχικές κρατικές Αρχές τής Καστοριάς και αργότερα με τον εθνικό μας Στρατό. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα δεινά, ξέσπασε και μία σφοδρή, αδικαιολόγητη και απαράδεκτη διαμάχη μεταξύ τού τότε Μητροπολίτη Καστοριάς Νικηφόρου Παπασιδέρη και του Αρχιμανδρίτη τής ίδιας Μητροπόλεως Χριστοφόρου Καλύβα.

Συμπέρασμα.

    Η 1η ένοπλη φάση τού Μακεδονικού Αγώνα περιόδου 1904 – 1908 είχε ως επακόλουθο - συνοδευτικό της τη 2η ανάλογη φάση τής περιόδου 1941 – 1949. Αυτές οι δύο πολεμικές φάσεις τού Μακεδονικού Αγώνα ήταν - είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και η μία δεν μπορεί να νοηθεί, να προβληθεί ή να ελεγχθεί μεμονωμένως και ανεξαρτήτως απ’ την άλλη. Ως εκ τούτου, όσοι αναφέρονται, εξυμνούν ή καταδικάζουν διάφορους πρωταγωνιστές και γνωστά γεγονότα τής πρώτης φάσης τού ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα πράττουν εμμέσως το ίδιο, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνονται και να το επιδιώκουν, και για αντίστοιχα πρόσωπα και γεγονότα τής δεύτερης ανάλογης Φάσης. Επίσης, όσοι αναμοχλεύουν και αναζωπυρώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο στους σημερινούς Μακεδόνες τις διχόνοιες, τα βάσανα και τα μίση των προγόνων τους της 1ης  Φάσης, κάνουν ακριβώς τα ίδια και για τα πεπραγμένα των ανθρώπων τής πρόσφατης 2ης Φάσης.

Σημείωση 1. Το Μουσείο τού Μακεδονικού Αγώνα Καστοριάς παρουσιάζει και προβάλλει τους πρωταγωνιστές και τα γεγονότα μόνον τής 1ης ένοπλης Φάσης τού αναφερόμενου Αγώνα, παραβλέπει δε και αγνοεί παντελώς τα επιφανή πρόσωπα και τα σχετικά τους γεγονότα τής 2ης ανάλογης Φάσης, που είναι εξίσου σημαντικά κι ενδιαφέροντα με αυτά της 1ης Φάσης.

Σημείωση 2. Το λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα είναι πολύ σημαντικό και λεπτό θέμα κι ένεκα τούτου πρέπει να ασχολούνται μ’ αυτό αποκλειστικώς και μόνο αρμόδιοι σοβαροί επιστήμονες, που να είναι γηγενείς Μακεδόνες, εύστροφοι, με ευρύτητα αντίληψης και που να το κατέχουν λίαν καλώς. Ερασιτεχνισμοί και σχετικές προπαγανδιστικές ενέργειες πρέπει να αποκλειστούν διά παντός.

Γεώργιος Τ. Αλεξίου.

Μελετητής τής τοπικής Ιστορίας Καστοριάς.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης (1866 - 1935), ένα τραγικό πρόσωπο τής ελληνικής Ιστορίας, ένας πονεμένος και αδικημένος Ιεράρχης τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

    

     Ο μακαριστός Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης υπήρξε - κατά τη γνώμη τού Γράφοντος Γιώργου Τ. Αλεξίου  - ένα τραγικό πρόσωπο τής ελληνικής Ιστορίας, ένας πολύ πονεμένος και αδικημένος Ιεράρχης τής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά το έτος 1900 εθνικιστικοί κύκλοι των Αθηνών βλέποντας την τότε νεαρή ηλικία του, την ανάλογή της γενική απειρία του, και τον γνήσιο πατριωτικό του ενθουσιασμό τον έπεισαν και τον έστειλαν απ' την Κωνσταντινούπολη στην Καστοριά για να φέρει εις πέρας μία πολύ δύσκολη αποστολή, "να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά". Ήρθε στην Καστοριά κι εξ αδήριτης ανάγκης συνεργάστηκε ή και συγκρούστηκε με  αλλόθρησκους Τούρκους, με διάφορα άλλα αιμοβόρα πρόσωπα, με άθλιους προδότες, με κομιτατζήδες δολοφόνους κλπ. κλπ. κλπ. Έδρασε κυρίως ως Αντάρτης Μακεδονομάχος και όχι ως Ιεράρχης τής Εκκλησίας τού Χριστού, όπως του υπαγόρευε το υψηλό αξίωμά του και το ανθρωπιστικό καθήκον του, και όπως πρωτίστως θα έπρεπε να πράξει. Εκ του λόγου τούτου, θα είχε σίγουρα μεγάλο σχετικό συνειδησιακό πρόβλημα και η απονήρευτη και ειλικρινής ψυχή του θα πόνεσε πολύ. Όπως αναφέρει - ομολογεί ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, με την ανοχή του έγινε γενοκτονία 80 περίπου άκακων και αθώων σλαβόφωνων Ορθοδόξων χωρικών στη Βασιλειάδα Καστοριάς, και μάλιστα κατά την 25η Μαρτίου 1905, την άγια ημέρα τού Ευαγγελισμού τής Θεοτόκου που εόρταζε το χωριό τους.

    Το τέλος τής 70χρονης ταλαιπωρημένης ζωής τού μακαριστού Γερμανού Καραβαγγέλη δυστυχώς ήταν θλιβερό. Αυτοί που προηγουμένως τον είχαν “χρησιμοποιήσει” κατά κόρον, θρησκευτικοί, πολιτικοί και στρατιωικοί αξιωματούχοι, τον εγκατέλειψαν πάμπτωχον, και τον άφησαν να πεθάνει μόνος κι έρημος στην Ξένη γη. Δυστυχώς όμως, και μετά τον θάνατόν του ίδιοι στενόμυαλοι, απαραδειγμάτιστοι και απρονόητοι εθνικιστικοί μας κύκλοι εξακολουθούν να τον “χρησιμοποιούν” και δεν αφήνουν τη βασανισμένη ψυχή του να ησυχάσει εκεί που βρίσκεται τώρα περιμένοντας την τελική κρίση της. Παρά την τελευταία επιθυμία κι εντολή του, η οποία είναι σαφώς καταγραμμένη στη Διαθήκη του και θα έπρεπε να είναι σεβαστή, διοργανώνουν προς τιμή του ποικίλες λαμπρές εκδηλώσεις κι εξυμνούν την ατελέσφορη πατριωτική του δράση, που αντέβαινε βεβαίως στην απαιτούμενη εκ μέρους του χριστιανική τοιαύτη.

    Ευχόμαστε, ο Θεός να έχει αναπαυμένη τη βασανισμένη ψυχή τού μακαριστού Μητροπολίτου Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη και να φωτίσει όλους εμάς, τους σημερινούς Καστοριανούς, ώστε να παραδειγματιστούμε από τους αρχαίους Αθηναίους που τιμώρησαν τον ποιητή τους Φρύνιχο επειδή τους θύμισε με τις τραγωδίες του "οικεία κακά", και να τελούμε εφεξής αποκλειστικώς και μόνον θρησκευτικά μνημόσυνά του, που εκ των πραγμάτων έχει μεγάλη ανάγκη κι επιζητά η ψυχή του. Επίσης, αιτούμενοι το έλεος τού Θεού για την ψυχή του να προβαίνουμε σε ανάλογες αφανείς αγαθοεργίες και φιλανθρωπίες, και όχι σε ποικιλοθεματικές υμνητικές του εκδηλώσεις, καθώς μόνον οι πρώτες ευαρεστούν και γίνονται δεκτές από τον Κύριό μας Ιησούν Χριστόν, συμφώνως προς τη ρήση Του, “έλεος θέλω και ου θυσίαν”. (Ματθ. ιβ’, 7).

Γεώργιος Τ. Αλεξίου, (απόγονος αδελφών των δύο Μακεδονομάχων, α) Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γιοβανόπουλου, και β) Αλέξη Γ. Αλεξίου).













Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Εξαίρετη τοιχογραφημένη παράσταση τής παραβολής τού Υποκριτού, (Ματθ. ζ’, 1-5), έτ. 1727 στον μεταβυζαντινό ναό αγίου Ιωάννου Προδρόμου τής συνοικίας “Απόζαρι” πόλης Καστοριάς.

     

    Ο ναός του αγίου Ιωάννου προδρόμου που βρίσκεται στην παραδοσιακή συνοικία Απόζαρι τής Καστοριάς και χρονολογείται στον 18ο αιώνα {;}, διαθέτει ωραίες φορητές εικόνες και πολύ πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες. Μία απ’ τις εν λόγω τοιχογραφίες παρουσιάζει την παραβολή του Χριστού με την (στην) οποία ο Κύριος καυτηριάζει την υποκρισία αρκετών ανθρώπων. Η καταγραφή αυτής της υπέροχης παραβολής στο Ευαγγέλιο τού Ματθαίου (κεφ. ζ’, 1-5) έχει ως εξής:

“Μη κατακρίνετε και μη καταδικάζετε τον πλησίον σας, δια να μη κατακριθείτε και σεις από τον Θεόν.

Διότι με την σκληράν και αυστηράν κρίσιν, που κατακρίνετε, θα κατακριθείτε και με το ίδιον μέτρον, που   τας πράξεις του πλησίον, θα μετρηθεί από τον Θεόν και θα κριθεί και η ιδική σας ζωή και συμπεριφορά.

Διατί λοιπόν βλέπεις το μικρόν αχυράκι, που υπάρχει στο μάτι του αδελφού σου, και δεν αισθάνεσαι το δοκάρι που είναι στο ιδικόν σου μάτι; (Διατί επικρίνεις το ελαφρόν σφάλμα του αδελφού σου και δεν συναισθάνεσαι το βαρύτατον ιδικόν σου παράπτωμα;)

    Και με τι δικαίωμα θα πεις στον αδελφό σου, άφησέ με να βγάλω το αχυράκι από το μάτι σου (να διορθώσω δηλαδή εγώ, σαν καλύτερος τάχα, το δικό σου σφάλμα), καθ' ον χρόνο υπάρχει στο μάτι σου δοκάρι ολόκληρο (δηλαδή βαρύνεσαι συ από μεγάλα αμαρτήματα);

Υποκριτά, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα ίδείς καθαρά, ώστε να βγάλεις με προσοχήν και αγάπην το αχυράκι από το μάτι του αδελφού σου”.

(Η απόδοση τού ευαγγελικού κειμένου στη Νεοελληνική ελήφθη απ΄ τον ανάλογο Ιστότοπο τής Ιεράς μητροπόλεως Γουμενίσσης).

 Το μεγάλο δοκάρι που συμφώνως προς την εξεταζόμενη παραβολή  βρίσκεται στο μάτι τού Υποκριτή ανθρώπου αντιπροσωπεύει, κατά πολλούς ερμηνευτές, όλα τα μεγάλα αμαρτήματα τού ιδίου (: του Υποκριτή) και των ομοίων του (σ.σ. βλέπε το παραπάνω μεταφρασμένο κείμενο τής Παραβολής), ενώ κατά το Μέγα Γεροντικόν, αντιπροσωπεύει  τη συγκεκριμένη μεγάλη αμαρτία τής κατάκρισης, την οποία μόλις είχε διαπράξει ο Υποκριτής με τα λεγόμενα του.

«Είπε ένας Γέροντας: «Τίποτε δεν παροργίζει τόσο τον Θεό και τίποτε δεν απογυμνώνει τόσο τον άνθρωπο από τη χάρη, ώστε να φτάσει και σε εγκατάλειψη από μέρους τού Θεού, όσο το να κατηγορεί τον πλησίον του ή να τον κατακρίνει ή να τον εξουθενώνει. Και είναι τόσο βαρύτερη η κατάκριση από κάθε άλλη αμαρτία, ώστε ο ίδιος ο Χριστός λέει: «Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου και τότε θα δείς καθαρά για να βγάλεις το σκουπιδάκι που βρίσκεται στο μάτι του αδελφού σου (Λουκ. στ’, 42). Παρομοίασε δηλαδή το αμάρτημα τού πλησίον με το σκουπιδάκι, ενώ την κατάκριση με το δοκάρι. Είναι τόσο κακό το να κατακρίνει κανείς· σχεδόν ξεπερνά κάθε αμαρτία.

    Επομένως τίποτε δεν είναι βαρύτερο, αδελφοί μου, ούτε χειρότερο από το να καταδικάσουμε ή να εξουθενώσουμε τον πλησίον. Γιατί να μη προτιμούμε να κατακρίνουμε τον εαυτό μας; Και εννοώ τα κακά τα δικά μας που καλά τα γνωρίζουμε και για τα οποία πρόκειται να δώσουμε λόγο στον Θεό. Γιατί αρπάζουμε το δικαίωμα της κρίσης του Θεού; Τι θέλουμε από το πλάσμα του, τι θέλουμε από τον πλησίον; Τί ζητάμε από τα βάρη του άλλου; Έχουμε, αδελφοί τι να φροντίσουμε. Ο καθείς ας προσέχει τον εαυτό του και τις δικές του κακίες, Η εξουσία να δικαιώνει και να καταδικάζει, ανήκει μόνο στον Θεό, που γνωρίζει και την κατάσταση τού καθενός και τη δύναμη· τον τρόπο τής ζωής και τα χαρίσματά του, την ιδιοσυγκρασία και τις ικανότητές του, ανήκει στον Θεό πού κρίνει ανάλογα με το καθένα απ’ αυτά, όπως ο ίδιος μόνος τά γνωρίζει».

Είπε ακόμη: «Ας αποκτήσουμε αγάπη· Ας αποκτήσουμε συμπόνια για τον πλησίον, ώστε να αποφύγουμε τη φοβερή καταλαλιά και το να καταδικάζουμε κάποιον ή να τον εξουθενώνουμε. Ας βοηθούμε ο ένας τον άλλον σαν να είναι δικό μας μέλος, γιατί είμαστε μέλη του ιδίου σώματος, όπως λέει ο Απόστολος· όλοι είμαστε ένα σώμα και ο καθένας μας είναι μέλος του σώματος στο οποίο ανήκουν και οι άλλοι ως μέλη (Ρωμ. Ιβ’, 5). Και όταν πάσχει ένα μέλος συμπάσχουν όλα τα άλλα».

(Το κείμενο ελήφθη απ’ το Μέγα Γεροντικόν, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Το Γενέσιον της Θεοτόκου».

Γιώργος Τ. Αλεξίου.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Διδαχή Αββά Ησαΐα (4ος – 5ος αιών): «Ο άνθρωπος πού αμάρτησε κάποτε και δεν έχει τη βεβαιότητα ότι του έγινε συγχώρηση απ’ τον Θεό, είναι υπό μετάνοια, ας μη διδάσκει» !

 

«... Από πού γνωρίζω εγώ ότι έγινα αποδεκτός από τον Θεό, ώστε να ειπώ σε άλλον, κάνε τούτο ή εκείνο, ενώ εγώ ο ίδιος είμαι υπό μετάνοια για τις αμαρτίες μου; Διότι ο άνθρωπος που έπεσε κάποτε είναι υπό μετάνοια και δεν έχει την βεβαιότητα, εφ' όσον δεν γνωρίζει, ότι του έγινε συγχώρησις. Το μεν αμάρτημα βεβαίως επραγματοποιήθηκε, του Θεού δε είναι το έλεος, διότι δεν μπορείς να αμεριμνήσεις με την καρδιά σου, έως ότου εμφανισθείς στο κριτήριο του Θεού. Αν δε θέλεις να μάθεις αν σου δόθηκε συγχώρησις των αμαρτιών σου, σημείο είναι τούτο, εάν δεν κινηθεί κανένα αμάρτημα σου στην ψυχή σου ή δεν καταλάβεις ποιά ήσαν όταν σου ομιλεί άλλος γι' αυτά, άρα επέτυχες έλεος. Αν όμως ζουν ακόμη μέσα σου, κράτα τα και κλαίε γι' αυτά, διότι είναι φόβος και τρόμος και οδύνη ν' αδιαφορήσεις γι' αυτά, έως ότου παρουσιασθείς στο βήμα τού Θεού...».

Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών. Πατερικαί Εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, τόμ. 12, σελ. 101, Αποφθέγματα.

Παρουσίαση Γ.Τ.Α.














Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Τα δύο είδη τού “Φόβου Θεού”: α) των Χριστιανών αρχαρίων στην ευσέβεια, και β) των Χριστιανών τελειωμένων σ' αυτήν.

 Διδαχή Αββά Δωροθέου (6ος αιών).

«Οι αρχάριοι στην ευσέβεια αγαπούν τον Θεό από φόβο.

Οι τελειωμένοι στην ευσέβεια φοβούνται τον Θεό από αγάπη».

"Λέγει ο άγιος Απόστολος Ιωάννης στις καθολικές επιστολές, «η τελεία αγάπη απομακρύνει το φόβο». Τί θέλει τάχα να μας σημάνει με αυτό ο άγιος; Για ποιά αγάπη ομιλεί και για ποιό φόβο; Ο προφήτης λέγει στον ψαλμό «φοβηθήτε τον Κύριο όλοι οι άγιοί του». Ευρίσκομε δε στις άγιες Γραφές κι' άλλα πολλά τέτοια. Εάν λοιπόν και οι άγιοι, που τόσο αγαπούν τον Κύριο, τον φοβούνται, πώς λέγει, «η αγάπη απομακρύνει τον φόβο»; Ο άγιος θέλει να μας δείξει ότι υπάρχουν δύο φόβοι, ένας εισαγωγικός και ένας τέλειος, και ότι ο μεν πρώτος ταιριάζει στους αρχαρίους, θα έλεγε κανείς, τής θεοσέβειας, ο δε άλλος ταιριάζει στους τελειωμένους που έφθασαν στο
μέτρο της αγίας
αγάπης. Φέρω για παράδειγμα το εξής. Κάποιος κάνει το θέλημα του Θεού από τον φόβο της τιμωρίας αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμη αρχάριος, αυτός δεν κάνει το καλό για το ίδιο το καλό αλλά από τον φόβο των κτυπημάτων. Άλλος όμως κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπά το Θεό, επειδή αγαπά ειδικώς το να ευαρεστεί τον Θεό. Αυτός γνωρίζει τί είναι καθ' εαυτό το καλό, αυτός γνωρίζει τί είναι το να είναι μαζί με το Θεό. Αυτός λοιπόν είναι εκείνος που έχει την αληθινή αγάπη που ο άγιος χαρακτηρίζει τελεία, και αυτή η αγάπη τον φέρει στον τέλειο φόβο. Δηλαδή αυτός φοβείται και φυλάττει το θέλημα του Θεού όχι πλέον για τις πληγές, όχι πλέον για να μη τιμωρηθεί, αλλά, όπως είπαμε, επειδή ε γεύτηκε την γλυκύτητα τού να είναι μαζί με το Θεό, φοβείται μη εκπέσει από αυτήν, φοβείται μη την στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος, ο γεννώμενος από την αγάπη, απομακρύνει τον εισαγωγικό φόβο. Και γι' αυτό λέγει ότι η αγάπη απομακρύνει το φόβο. Είναι δε αδύνατο να έλθει ο τέλειος φόβος, παρά μόνο δια του εισαγωγικού".

Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών. Πατερικαί Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, τόμ. 12, σελ. 330.

Παρουσίαση Γ.Τ.Α.







Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

«Ο θέλων πρώτος είναι, έστω έσχατος». /// Ο Επίσκοπος δεν επιτρέπεται, ως πρώτος που είναι, να θεωρεί και να διώκει ως έσχατον και να φυλακίζει πολύτεκνον ιερέα, επειδή δεν τον μνημονεύει (ο Ιερέας τον Επίσκοπο).

 Υμνολογία Μεγάλης Πέμπτης.

1) Διδαχή τού Ιησού Χριστού:

«Ει ουν υμείς φίλοι μού εστε, εμέ μιμείσθε· ο θέλων πρώτος είναι, έστω έσχατος, ο δεσπότης, ως ο διάκονος».

(Απόδοση στη Νεοελληνική από τον Γ.Τ. Α.).

Για να είστε εσείς οι Χριστιανοί (κληρικοί και λαϊκοί) αγαπημένοι μου μαθητές, εμένα (τον Χριστό) να μιμείστε. ‘Όποιος από εσάς θέλει να είναι πρώτος να είναι τελευταίος, ο δεσπότης (ένας σημερινός Επίσκοπος) να είναι διάκονος (ως ο θεματικός Ιερέας).

2) Κοντάκιον. Ήχος β'. Ο Οίκος.

Τη μυστική εν φόβῳ τραπέζῃ, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραίς ταις ψυχαίς, τον άρτον υποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τω Δεσπότῃ, ίνα ίδωμεν τους πόδας πως απονίπτει των Μαθητών, και εκμάσσει τω λεντίῳ, κα ποιήσωμεν ώσπερ κατίδωμεν, αλλήλοις υποταγέντες, και αλλήλων τους πόδας εκπλύνοντες· αυτός γαρ ο Χριστός ούτως εκέλευσε, τοις αυτού Μαθηταίς ως προέφησεν, αλλ' ουκ ήκουσεν, Ιούδας ο δούλος και πονηρός.

Απόδοση στη Νεοελληνική από τον Γ.Τ. Α.

Αφού προσεγγίσουμε όλοι με φόβο Θεού και με καθαρές τις ψυχές μας τη μυστική Αγία Τράπεζα, να μεταλάβουμε τον τίμιο άρτο τής Θείας μετάληψης, και να παραμείνουμε νοερά μαζί με τον Δεσπότη Χριστό, για να ιδούμε πως ξεπλένει τα πόδια των μαθητών Του και πως τα σκουπίζει με την πετσέτα, και να πράξουμε ακριβώς τα ίδια μ’ αυτά που είδαμε, σεβόμενοι ο ένας τον άλλον και ξεπλένοντας ο ένας τα πόδια του άλλου, διότι ο ίδιος Ο Χριστός έτσι πρόσταξε τους μαθητές Του, ως προαναφέρθηκε, αλλά δεν τον υπάκουσε ο Ιούδας, ο δούλος τής αμαρτίας και καταχθόνιος.

3) Τροπάριο. Ήχος πλ. α'.

    Μυσταγωγών σου Κύριε τους Μαθητάς, εδίδασκες λέγων. Ώ φίλοι, οράτε, μηδείς υμάς χωρίσει μου φόβος· ει γαρ πάσχω, αλλ' υπέρ του Κόσμου· μη ουν σκανδαλίζεσθε εν εμοί· ου γαρ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν μου, λύτρον υπέρ του Κόσμου. Ει ουν υμείς φίλοι μού εστε, εμέ μιμείσθε· ο θέλων πρώτος είναι, έστω έσχατος, ο δεσπότης, ως ο διάκονος, μείνατε εν εμοί, ίνα βότρυν φέρητε· εγώ γαρ ειμι της ζωής η άμπελος.

Απόδοση στη Νεοελληνική από τον Γ.Τ. Α.

    Κατηχώντας Χριστέ τους Μαθητές σου τους δίδασκες λέγοντας. Ώ φίλοι μου, προσέξτε να μην σας χωρίσει από εμένα κανένας φόβος. Εάν εγώ υπομένω μαρτύρια, το κάνω για το καλό τού κόσμου. Μη λοιπόν σκανδαλίζεστε απ’ τα μαρτύριά μου, διότι δεν ήλθα στον κόσμο για να με υπηρετήσουν οι άνθρωποι, αλλά για να τους υπηρετήσω και να προσφέρω τη ζωή μου ως λύτρο υπέρ του κόσμου. Εάν εσείς οι Χριστιανοί (κληρικοί και λαϊκοί) θέλετε να είστε αγαπημένοι μαθητές μου, Εμένα (τον Χριστό) να μιμείστε, όποιος από εσάς θέλει να είναι πρώτος να είναι τελευταίος, ο δεσπότης (σημερινός Επίσκοπος) να είναι ως ο διάκονος (ως ο σημερινός Ιερέας). Να μείνετε μ’ εμένα για να καρποφορήσετε σταφύλια αρετής, διότι εγώ είμαι το αμπέλι της ζωής.

Γιώργος Τ. Αλεξίου.



 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Ο αποστολικός και υποδειγματικός τρόπος εκλογής τού Αποστόλου Ματθία ως 12ου μαθητή τού Χριστού, εις αντικατάσταση τού Ιούδα Ισκαριώτη, είναι δηλωτικός και τού απαιτούμενου τρόπου εκλογής των σημερινών Ιεραρχών ως άξιων διαδόχων των Αποστόλων.

 Πράξεις των Αποστόλων. Κεφ. Α’, 12 – 26. :

«...Τότε επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ από το όρος, που καλείται όρος των Ελαιών και είναι κοντά εις την Ιερουσαλήμ, εις απόστασιν πορείας που επιτρέπεται την ημέραν τού Σαββάτου.

Όταν εμπήκαν εις την πόλιν, ανέβηκαν εις το ανώγι, όπου έμεναν· ήσαν ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Βαρθολομαίος και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος του Αλφαίου, ο Σίμων ο Ζηλωτής, και ο Ιούδας του Ιακώβου.

Όλοι αυτοί ήσαν προσηλωμένοι με μια ψυχή εις την προσευχήν και την δέησιν μαζὶ με μερικές γυναίκες και την Μαρίαν την μητέρα του Ιησού, και τους αδελφούς του.

Κατά τας ημέρας αυτάς εσηκώθηκε ο Πέτρος εις το μέσον των μαθητών – ήσαν δε εκεί παρόντα περί τα εκατόν είκοσι πρόσωπα και είπε, «Άνδρες αδελφοί, έπρεπε να εκπληρωθεί η γραφή αυτή, την οποίαν προείπε το Πνεύμα το Άγιον διά του στόματος τού Δαυΐδ διά τον Ιούδαν, ο οποίος έγινε αρχηγός εις εκείνους που συνέλαβαν τον Ιησούν, διότι είχε συγκαταλεγεί μ’ εμάς και έλαβε το μέρος του εις την υπηρεσίαν αυτήν.

  
 Ο άνθρωπος αυτός με τα χρήματα της αδικίας απέκτησε ένα χωράφι αλλά έπεσε πρηνής, άνοιξε η κοιλιά του και εχύθηκαν όλα τα σπλάγχνα του.

Αυτὸ έγινε γνωστόν εις όλους τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, ώστε ωνομάσθη το χωράφι εκείνο εις την δικήν τους γλώσσαν Ακελδαμά, δηλαδὴ χωράφι αίματος.

Διότι είναι γραμμένον εις το βιβλίον των Ψαλμών, Ας γίνει το αγρόκτημά του έρημον και κανείς να μη κατοικεί εις αυτό, και, το λειτούργημά του ας λάβει άλλος. Διά τούτο, από τους άνδρας που ήσαν μαζί μας καθ’ όλον τον χρόνον που μας συναναστράφηκε ο Κύριος Ιησούς, αφ’ ότου εβαπτίσθηκε από τον Ιωάννην έως την ημέραν που ανελήφθη, πρέπει ένας από αυτούς να γίνει μαζὶ μ’ εμάς μάρτυς τής αναστάσεώς του». Και επρότειναν δύο, τον Ιωσήφ, ο οποίος εκαλείτο Βαρσαββάς και ωνομάσθει Ιούστος, και τον Ματθίαν· και προσευχήθηκαν λέγοντες, «Κύριε, καρδιογνώστα όλων, φανέρωσε ποιον από αυτούς τους δύο εδιάλεξες, διά να πάρει την θέσιν εις την υπηρεσίαν αυτήν και την αποστολήν, απὸ την οποίαν εξέπεσε ο Ιούδας διά να μεταβεί εις τον δικόν του τόπον».

Και έρριξαν κλήρους και έπεσε ο κλήρος εις τον Ματθίαν, ο οποίος κατατάχθηκε με τους ένδεκα αποστόλους». (Η απόδοση τού κειμένου ελήφθη από τον Ιστότοπο «Ορθόδοξος Συναξαριστής»).

Μελετώντας το προπαρατιθέμενο κείμενο τής Καινής Διαθήκης καταλήγουμε στο αδιαμφισβήτητο σωτήριο συμπέρασμα, ότι η επιλογή, η εκλογή και η χειροτονία των Ιεραρχών τής Ορθόδοξης Εκκλησίας πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται κατόπιν ανάλογης προσευχής των Αρχιερέων επιλογέων τους, και των πιστών Χριστιανών τής αντίστοιχής τους Μητροπολιτικής περιφέρειας, καθώς και πιστοποίησης τής απαιτούμενης αγιότητας τού βίου τους και των λοιπών απαραίτητων προσόντων τους, αποκλειομένων βεβαίως των σχετικών συναισθηματισμών και φατριασμών".

Εξυπακούεται, πως όταν γίνεται κατ’ αυτόν τον ορθό αποστολικό τρόπο η επιλογή και η ανάδειξη των Αρχιερέων, η αρχιερατεία τους έχει αμέριστη την ευλογία του Τριαδικού Θεού και η διάρκειά της (τής ευλογίας) είναι ισόβιά τους και άκρως επιτυχής.

Γ.Τ.Α.