Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Λαϊκό παραμύθι απ' τον Γέρμα Καστοριάς: “Η γριά γυναίκα, ο ληστής και οι λαγγίτες (τηγανίτες)”.

 

    Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποιο χωριό μια γριά γυναίκα με τη μικρή εγγονή της. Το σπίτι τους ήταν φτωχικό, χαμηλό και χωρίς ταβάνι. Η γριά, αρκετές βραδιές τηγάνιζε στο τζάκι της νόστιμες λαγγίτες και τις έδινε αντί για φαγητό στην εγγονούλα της. Αυτό το πληροφορήθηκε ένας ληστής που τριγύριζε τις νύχτες πεινασμένος στους σκοτεινούς δρόμους του χωριού και να τι έκανε. Πήρε κάποια βραδιά ένα ραβδί λεπτό και μυτερό στην άκρη του, ανέβηκε στα κεραμίδια τού σπιτιού τής γριάς, μπήκε απ' τον “μπατζιά” {: άνοιγμά τους) στο εσωτερικό τής στέγης του και κάθισε αθέατος σε μιά γριντιά {: οριζόντιο χοντρό δοκάρι της στέγης}.

    Η γριά την ώρα εκείνη τηγάνιζε λαγγίτες. Έβγαλε λοιπόν απ' το τηγάνι την πρώτη λαχταριστή λαγγίτα και την έβαλε να κρυώσει σε ένα “λινγκέρ'” {: ρηχό μεταλλικό πιάτο) που είχε τοποθετημένο δίπλα της, για να τη φάει η εγγονούλα της που καθόταν στο πλάι. Πριν την πάρει όμως το κορίτσι, ο ληστής κατέβασε γρήγορα και αθόρυβα το ραβδί του στο λινγκέρ', “ζούπησε” {: τρύπησε} τη λαγγίτα, την τράβηξε προς το μέρος του και την έφαγε ο ίδιος.

Το μικρό κορίτσι είδε το ληστή και την κλοπή της λαγγίτας του, αλλά όμως δεν τόλμησε να μιλήσει, επειδή αυτός τη φοβέρισε με ανάλογες χειρονομίες. Αυτό επαναλήφτηκε αρκετές φορές, μέχρι που ο ληστής έφαγε όλες τις λαγγίτες. Η γριά γύρισε τότε και κοίταξε στο πλάι της, είδε το λινγκέρ άδειο, είδε τον ληστή επάνω στη γριντιά και άρχισε να σκούζει δυνατά. Ο ληστής φοβήθηκε, βγήκε αμέσως απ' το μπατζιά τής στέγης και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Και από τότε, η γριά με την εγγονούλα της έζησαν στο χωριό τους καλά κι εμείς εδώ καλύτερα.

Σημείωση. Η καταγραφή του παραμυθιού έγινε από τον Γ.Τ.Α. στον Γέρμα στις 5 Ιουλίου 2024.