Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Η Μάχη της Καστοριάς (ή Πελαγονίας) μεταξύ Αυτοκρατορίας της Νικαίας και Δεσποτάτου της Ηπείρου (1259 μ.Χ.)

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος,
νικητής στη μάχη της Καστοριάς (έτ. 1259).
Το έτος 1204 μ. Χ. οι Φράγκοι της Δ' Σταυροφορίας όρμησαν εναντίον της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Η πτώση της Βασιλεύουσας συμπαρέσυρε μαζί της και ολόκληρη την αυτοκρατορία, η οποία κατακερματίστηκε σε Ελληνικά Κράτη και δεσποτάτα, και σε φράγκικα φέουδα και πριγκιπάτα.
Τα σπουδαιότερα απ’ τα δημιουργηθέντα βασίλεια ήταν τρία Ελληνικά: Η αυτοκρατορία της Νικαίας, η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου, και τρία φράγκικα: Η Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, το Λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης και το πριγκιπάτο της Αχαΐας.
Στα ελληνικά Κράτη εμφανίστηκε αμέσως μετά την ίδρυση τους, μια γοργή και ευεξήγητη αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Ταυτόχρονα, οι ιδρυτές αυτών των Κρατών, όπως μετέπειτα και οι διάδοχοί τους αυτοκράτορες και δεσπότες, έθεσαν ως πρώτο μέλημα και κύρια επιδίωξη τους την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την επανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Την ανακατάληψη αυτή όμως ο καθένας την προόριζε αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτόν του. Για τον λόγο αυτόν, αντί να ενώσουν τις προσπάθειές τους, ήλθαν πολλές φορές σε ρήξη και αποδύθηκαν σε ολέθριες για τον Ελληνισμό πολεμικές συγκρούσεις.
Το μοναστήρι Παναγίας Μαυριώτισσας.
Το ευεργέτησαν, ο  Μιχαήλ Παλαιολόγος
και ο  αδελφός του Ιωάννης.
Η σπουδαιότερη απ’ τις συγκρούσεις αυτές έγινε το 1259 μ.Χ., δύο χρόνια πριν απ’ την απελευθέρωση της Βασιλεύουσας, ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο και το Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Άγγελο. Η τελική μάχη μεταξύ των δύο Ελλήνων βασιλέων και των συμμάχων τους δόθηκε κάπου πολύ κοντά στην Καστοριά, στην ονομαζόμενη τότε πεδιάδα της Πελαγονίας. Η πεδιάδα αυτή με το αλλότριο όνομα, (η ανιστόρητη και άσχετη μετονομασία συνηθίζονταν πολύ κατά τη Βυζαντινή εποχή), ήταν το σημερινό οροπέδιο Άργους Ορεστικού - Μεσοποταμίας.
Στο οροπέδιο της Ορεστίδας λοιπόν και στην απροσδιόριστη σήμερα τοποθεσία "Βορίλα λόγγος", λίγο έξω απ’ την Καστοριά, η οποία αποτελούσε το ορμητήριο των Ηπειρωτών, παρατάχτηκαν οι δύο αντίπαλοι στρατοί. Απ’ το ένα μέρος ο στρατός της Νίκαιας, που είχε στις τάξεις του και τμήματα Τούρκων, Κομάνων και Σλαύων, και από το άλλο ο στρατός του Δεσπότη της Ηπείρου και των συμμάχων του, του βασιλιά της Σικελίας Maufred και του πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμου Βιλλεαρδουΐνου.
Οι τοιχογραφίες του Μιχαήλ Παλαιολόγου
και του αδελφού του Ιωάννη  (ακέφαλες σήμερα)
στη Μαυριώτισσα.
'Οπως αναφέρουν οι ιστορικές πηγές, η σύγκρουση ήταν σφοδρή και πολυαίμακτη. Ο στρατός της Νίκαιας, κάτω απ’ τις διαταγές του αυτοκράτορα Μιχαήλ και του αδελφού του αρχιστράτηγου Ιωάννη, συνέτριψε τις αντίπαλες δυνάμεις των. τριών συμμάχων. Οι ελαφρά οπλισμένοι Βιθυνοί, Σλαύοι και υπόλοιποι στρατιώτες της Ανατολής κατέκοψαν τους βαριά οπλισμένους ιππότες της Δύσης και μάλιστα συνέλαβαν αιχμάλωτο στις Βρεσθενές, το σημερινό χωριό Αυγή Καστοριάς, τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο.
Η μάχη της Καστοριάς υπήρξε αποφασιστική για την αποκατάσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αμέσως μετά την νίκη του, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος περιόρισε τις κτήσεις τού Δεσπότου της Ηπείρου στο κληρονομικό του έδαφος, ενώ ταυτόχρονα παρέλαβε απ’ τον αιχμάλωτο Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο, σαν λύτρα για την απελευθέρωση του, τρία ισχυρά κάστρα της Πελοποννήσου: "Το Κάστρο της Μονεμβασιάς και της μεγάλης Μάνης  και τρίτον κι ομορφότερον του Μυζηθρά το Κάστρο ν".
Το τελευταίο Κάστρο ήταν ο θρυλικός Μυστράς, που έγινε αργότερα η πρωτεύουσα του ομώνυμου Βυζαντινού Δεσποτάτου.
Ο ναός των Ταξιαρχών, όπου οι παραστάσεις της
 Ειρήνης Παλαιολογίνας και του γιού της Ιωάννη Ασάν.
 Μετά τις επιτυχίες του αυτές ο Μιχαήλ Η' απερίσπαστος έστρεψε την προσοχή του προς την Κωνσταντινούπολη, την οποίαν και ανέκτησε σης 25 Ιουλίου 1261.
Η μάχη της Πελαγονίας όμως δεν υπήρξε καθοριστική μόνο για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και για την τύχη της Καστοριάς. Ευθύς μετά τη νίκη του ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη μας και τοποθέτησε διοικητή της τον Ιωάννη Ασάν, που ήταν γιός της κόρης του Ειρήνης και του πρώην Βασιλιά της Βουλγαρίας Ασάν. Οι προσωπογραφίες του Ιωάννη Ασάν και της μητέρας του Ειρήνης Παλαιολογίνας, σώζονται μέχρι σήμερα στους Ταξιάρχες της Μητρόπολης, στην πρόσοψη του ναού κι εκατέρωθεν του Αρχάγγελου Μιχαήλ.
Ο Ιωάννης Ασάν και η Ειρήνη Παλαιολογίνα
εκατέρωθεν των ποδών του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Προς τους Καστοριανούς οι δύο αδελφοί Παλαιολόγοι φέρθηκαν ιδιαίτερα φιλικά. Τους παραχώρησαν πολλά προνόμια και πρόσφεραν στις εκκλησίες τους πολύτιμα δώρα. Ιδιαίτερα όμως ευεργέτησαν το μοναστήρι της Μαυριώτισσας, ίσως γιατί απέναντι του να έγινε η ιστορική μάχη, ή να συνέπεσε η νίκη τους με τη γιορτή του 15αύγουστου. Απόδειξη της μεγάλης εύνοιας των δυο νικητών βασιλέων προς το εν λόγω μοναστήρι αποτελούν οι δύο αυτοκρατορικές μορφές τους που απεικονίζονται στον εξωτερικό τοίχο του ναού της Παναγίας. Τα εν λόγω μισοκατεστραμμένα πορτραίτα του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου και του αδελφού του Μέγα Δομέστικου Ιωάννου, ενθυμίζουν στον επισκέπτη - προσκυνητή της Μαυριώτισσας, εκτός των άλλων, και τη μεγάλη νίκη των παλαιολόγων, του έτους 1259, στη φοβερή μάχη της Καστοριάς.
(Κείμενο του Γιώργου Αλεξίου).

Η Παναγία η Πελαγονίτισσα, έτ. 1421.


Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος στην Καστοριά. Έτος 1017.

Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος
Την άνοιξη του 1017 ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ο Βουλγαροκτόνος ξεκίνησε απ' τη Μοσυνούπολη εναντίον του οχυρού του Λογγά (Βρίσκεται μεταξύ Σιδεροχωρίου και Τοιχιού Καστοριάς), το οποίο μετά από σκληρή πολιορκία παραδόθηκε στους Έλληνες. Ο αυτοκράτορας κατέστρεψε εκ θεμελίων το βουλγάρικο οχυρό - πόλισμα και μοίρασε τους στασιαστές κατοίκους του ως σκλάβους στους στρατιώτες του. Μετά την κατάληψη του Λογγά ο Βουλγαροκτόνος πολιόρκησε τη γειτονική Καστοριά, που την κατείχαν αρκετά χρόνια οι Βούλγαροι.
Η Καστοριά όμως ήταν οχυρωμένη περισσότερο απ' ότι περίμενε ο αυτοκράτορας. Έτσι, παρ' όλες τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του γενναίου στρατού δεν μπόρεσε να την κυριεύσει.
Ενώ όμως ο Βασίλειος πολιορκούσε την Καστοριά, ανήμπορος να την καταλάβει, έλαβε γράμμα απ' το βυζαντινό διοικητή του Δορύστολου, ότι οι εκεί Βούλγαροι είχαν επαναστατήσει. Τότε «σφόδρα θορυβηθείς ο βασιλεύς εκ του γράμματος τούτου, εγκατέλιπε την πολιορκίαν της απορθήτου Καστορίας και έλαβε την προς τα οπίσω άγουσαν εσπευσμένως, ίνα δράμη εις συνάντησιν των νέων τούτων επιδρομένων» (Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, Β', 465). Φτάνοντας ο Βασίλειος στη Βέροια, κατά την πορεία του προς το Δορύστολο, πληροφορήθηκε με πολύ χαρά ότι οι Βούλγαροι του Δορύστολου είχαν ξαναϋποταχτεί. Αμέσως γύρισε πίσω όρμησε με πείσμα εναντίον της Καστοριάς, την κυρίευσε και κατόπιν βάδισε εναντίον της Αχρίδας, που ήταν το τελευταίο οχυρό των Βουλγάρων.
Ο  αυτοκράτορας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος
έφιππος μετά μία νικηφόρα μάχη

Ο Βούλγαρος Τσάρος Σαμουήλ
αντίπαλος του Βασιλείου Β΄.

Πύργος στην ακρόπολη της Καστοριάς
της εποχής του Βουλγαροκτόνου

Το βουλγάρικο οχυρό του Λογγά
στο Σιδεροχώρι Καστοριάς

Ο ναός της στρατιωτικής φρουράς του Λογγά
(σχεδιαστική του αναπαράσταση).

Άποψη της Αχρίδας. Στην κορυφή του λόφου
διακρίνονται τα τείχη του τσάρου Σαμουήλ.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Οι αρχαίες πόλεις Αρμονία και Διοκλητιανούπολη, πλησίον του Άργους Ορεστικού.

Ψήφισμα του Κοινού των Ορεστών
προς τον αυτοκράτορα Κλαύδιο (48 - 54 μ. Χ.)
Οι κάτοικοι της αρχαίας Ορεστίδας ίδρυσαν στις αρχές του 1ο αιώνα μ.Χ. (;) μία σημαντική πόλη στην τοποθεσία Παραβέλα, της περιοχής Αρμενοχωρίου Άργους Ορεστικού. Η τοποθεσία αυτή βρίσκεται 1 χιλιόμετρο, περίπου, δυτικά του Άργους, στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό Μανιάκοι Καστοριάς. Η εν λόγω πόλη ονομαζόταν πιθανότατα Αρμονία και αποτελούσε την έδρα του «Κοινού των Ορεστών», δηλαδή το διοικητικό κέντρο της επαρχίας τους.
Η Αρμονία καταστράφηκε από βάρβαρους επιδρομείς περί τα τέλη του 3ου αιώνα μ. Χ.. Αμέσως, ο τότε Ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός (244 – 312 μ. Χ.) ίδρυσε γα τους κατοίκους της μια νέα πόλη, ανατολικά της προηγούμενης και σε απόσταση 500 μ. περίπου, την οποία περιτείχισε και ονόμασε Διοκλητιανούπολη. Η νέα πόλη έζησε ειρηνικά μόνον περί τα 100 έτη. Στα τέλη του 4ου αιώνα μ. Χ. κατελήφθη και καταστράφηκε από τους Βησιγότθους. Κατόπιν ξανακτίστηκε κι έναν αιώνα αργότερα, τέλη 5ου αιώνα, καταστράφηκε τελείως από τους Οστρογότθους κι εγκαταλείφθηκε οριστικά.
 
Ξενάγηση στον αρχαιολογικό χώρο της Αρμονίας.


 Αρχαιότητες της Αρμονίας.
Η ανατολική είσοδος στη Διοκλητιανούπολη.
Κυκλικός πύργος των τειχών της Διοκλητιανούπολης

Αρχαίος τάφος στην Παραβέλα.

Πύργος στα τείχη της Διοκλητιανούπολης.

Το σημερινό Άργος Ορεστικό.

Για την αναφερόμενη πόλη, τη Διοκλητιανούπολη, έγραψε το εξής ποίημα ο Αργείτης δάσκαλος Ανδρέας Σεμάσης:
Η νεκρή πολιτεία των Ορεστών
Μια πολιτεία σ’ αυτά τα χώματα,
νεκρή στη ζωή και στων θνητών τη σκέψη,
θαμμένη στα μυστήρια δώματα
της λησμονιάς, που νά ’χει ξεπεζέψει;
…………………………………………………
Η γη αυτή που έπλασε τα σώματα,
εκείνα που Θεούς είχαν μαγέψει
και των βαρβάρων θάμπωσαν τα όμματα,
αιώνες πάνε πού ’χει βασιλέψει!
…………………………………………………
Πέθανε θαυμαστή μα και τιμώντας
τα τέκνα της που πέσαν πολεμώντας
στα τείχη της ψηλά τα δοξασμένα.
…………………………………………………
«Κοινόν Ορεστών, Αλεξάνδρου Δράκα,
επί Κλαυδίου Καίσαρος», λέει μια πλάκα
και κάποια κιονόκρανα σπαρμένα!

Καστοριά. Η ιστορία και η ονομασία της έως τον 10ο αιώνα μ.Χ.

Αρχικό γράμμα -Κ- του ονόματος Καστοριά
σε τοίχο βυζαντινού ναού της.
Η Καστοριά, η μικρή πόλη της Δυτικής Μακεδονίας, φημίζεται, ως γνωστόν, για τη φυσική ομορφιά και τη μακραίωνη ιστορία της.Η ιστορία αυτή είναι σε γενικές γραμμές γνωστή στην επιστήμη, δεν είναι όμως επακριβώς γνωστή η αρχική προέλευση και η ετυμολογία του ονόματος «Καστοριά». Για το εν λόγω όνομα, αρκετοί επιστήμονες έχουν εκφράσει κατά καιρούς ενδιαφέρουσες απόψεις και προτάσεις, οι οποίες όμως είναι εξ αντικειμένου, λόγω ασάφειας των πηγών, σχετικώς τεκμηριωμένες και γι’ αυτό καμία δεν συγκεντρώνει την απόλυτη υποστήριξη και τη γενική παραδοχή του επιστημονικού κόσμου. Οι κυριότερες απ’ αυτές τις απόψεις παρουσιάζονται ακολούθως.
Η Καστοριά πήρε τη σημερινή της ονομασία:
α) An’ το όνομα Καστοριά της Ορεστιάδας λίμνης, η οποία είχε ονομαστεί έτσι λόγω των πολλών ζώων καστόρων που διαβιούσαν στα νερά της (Κ. Άμαντος).
Ενεπίγραφη πλάκα ρωμαϊκής εποχής
σε τζαμί της Καστοριάς.
β) Από επιτόπιο Ιερό του ημίθεου Κάστορος, που λάτρευαν από τα μυθικά χρόνια οι Ορέστες (Pouquevill).
γ) Από τα πανίσχυρα κάστρα της ελληνορωμαϊκής πόλης: Castrum > Κάστρο > Καστροριά > Καστοριά. (Τσαμίσης, Βαλέτας κ.α.).
Περαίνοντας την παράθεση των τριών απόψεων, για την ετυμολογική προέλευση και ιστορία του Δυτικομακεδονικού ονόματος Καστοριά, σημειώνω και υπογραμμίζω, ότι το ίδιο ακριβώς όνομα, δηλαδή Καστοριά, έφερε κατά τη βυζαντινή εποχή και η κωμόπολη των Δελφών Φωκίδας. Το όνομα αυτό το είχε λάβει τότε η κώμη των Δελφών από τα ισχυρά κάστρα της.
Έχοντας υπόψη όλες τις γνώμες που προαναφέρθηκαν, περί της ετυμολογίας του Δυτικομακεδονικού τοπωνυμίου Καστοριά, καθώς και τη βέβαιη προέλευση του ονόματος τής Φωκικής Καστορίας από τα κάστρα της και ακολουθώντας την φιλολογική ερμηνευτική αρχή «'Ομηρον εξ Ομήρου σαφηνίζειν", (στην περίπτωση μας "Ονομα εξ ονόματος σοφηνίζειν"), μπορούμε ασφαλώς να συμπεράνουμε, ότι το όνομα της Ορεστίδας Καστοριάς ελήφθη από τα πανίσχυρα κάστρα της και όχι από τους κάστορες της λίμνης της ή από ναό του μυθικού Κάστορα. Κατόπιν τούτου, η ιστορία της πόλης Καστοριάς, σε γενικές γραμμές, καθώς και η εκάστοτε ονομασία της, έχουν κατ’ εμέ ως εξής: 




Λουτρό 2ου - 3ου αιώνα μ. Χ.
στο Νταηλάκι Καστοριάς.
α) 5ος π.Χ. αιώνας(;): Ιδρύθηκε στο τότε νησάκι (σημερινή χερσόνησο) της λίμνης Ορεστιάδας η πρωτεύουσα των Ορεστών Κέλετρο. Το όνομα της πόλης παρήχθη από το αρχαιοελληνικό ρήμα κηλώ, που σημαίνει θέλγω.
β) Έτος 200 π.Χ.: Το Κέλετρο κατελήφθη απ’ τους Ρωμαίους, οι οποίοι το προσονόμασαν και Castrum, λόγω των ισχυρών τειχών του, αλλά και της σχετικής ομοιωνυμίας.
γ) Τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα: Το Κέλετρο, γνωστό στους περίοικους και σαν Κάστρο, καταστράφηκε από βαρβάρους επιδρομείς. Οι διασωθέντες κάτοικοί του μεταφέρθηκαν και συνοίκισαν τη γειτονική Διοκλητιανούπολη, που έκτισε και οχύρωσε κοντά στο σημερινό Αργός Ορεστικό ο Αυτοκράτορας Διοκλητιανός.
δ) Τέλη 4ου μ. Χ. αιώνα (395-401 μ.Χ.): Η Διοκλητιανούπολη καταστράφηκε από τους Γότθους.
ε) Μέσα 6ου μ.Χ. αιώνα: Ο Ιουστινιανός ίδρυσε για τους κατοίκους της περιοχής μια νέα πόλη, επάνω στο ερειπωμένο Κέλετρο, που την εποχή αυτή είχε την ονομασία (ερημο)κάστρο – Καστροριά - Καστοριά. Το ίδιο όνομα Καστοριά έφερε και η περιβάλλουσα το κάστρο λίμνη (Πρόκειται για συνωνυμικό φαινόμενο πολύ συνηθισμένο, π.χ. Αχρίς πόλη και Αχρίς λίμνη).
Παλαιοχριστιανικό κιονόγρανο
στον Άγιο Νικόλαο Καρύβη.
Ο ιδρυτής αυτοκράτωρ χάρισε στη νέα πόλη το όνομα της κατεστραμμένης Διοκλητιανούπολης, (η κατονομασία της στον "Συνέκδημο" του Ιεροκλέους, 6ος αιών. "Περί θεμάτων" του Κων/νου Πορφυρογέννητου, 10ος αιών). Ο λαός όμως εξακολούθησε να χρησιμοποιεί παράλληλα με το επίσημο όνομα Διοκλητιανούπολη και το παλαιό όνομα Καστοριά (δυωνυμία) το οποίο τελικά, κατά τον 10ο αιώνα, υπερίσχυσε του πρώτου.
στ) 10ος αιών: Η πόλη πήρε κι επίσημα την οριστική της ονομασία Καστοριά, με την οποία είναι σήμερα γνωστή σε όλον τον κόσμο.

Πύργος του 10ου αιώνα μ. Χ.
στη βυζαντινή ακρόπολη της Καστοριάς

Άποψη της σύγχρονής μας Καστοριάς.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Οι Σταυροφόροι στην Καστοριά (1096 μ.Χ.)

Η Βυζαντινή Καστοριά.
Αντίγραφο από παράσταση μεταβυζαντινής εικόνας.
Το έτος 1081 ανέβηκε στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός. Τότε, οι Νορμανδοί της Νοτίου Ιταλίας, που είχαν ως αρχηγούς τον Ροβέρτο Γυϊσκάρδο και τον γιό του Βοημούνδο, νίκησαν τους Βυζαντινούς και πήραν πολλές πόλεις της Ελλάδος. Μεταξύ αυτών των πόλεων ήταν και η Καστοριά, που τη φύλαγαν 200 Άγγλοι στρατιώτες, μισθοφόροι των Βυζαντινών.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το έτος 1085, ο ικανός αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός ανασύνταξε τις δυνάμεις του και ανάγκασε το Βοημούνδο να εγκαταλείψει την Καστοριά και να γυρίσει στην Ιταλία.
Ένδεκα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1096, ο ίδιος ο Βοημούνδος μετέχοντας στην Α΄ Σταυροφορία (1096 – 199) και ηγούμενος 500 Νορμανδών στρατιωτών και πλήθους αμάχων, απέπλευσε ξανά από το Μπάρι της Ιταλίας για την Ανατολή. Μαζί του ήταν και οι Νορμανδοί της Γαλλίας, καλά εξοπλισμένοι και γυμνασμένοι. Το εκστρατευτικό σώμα αποβιβάστηκε στην Ήπειρο, σε διάφορα σημεία κατά μήκος της ακτής, μεταξύ Δυρραχίου και Αυλώνας, πέρασε τα στενά της Κρυσταλλοπηγής και διά μέσου των Κορεστείων έφτασε στην Καστοριά.
Η καστοριανή εικόνα του αγίου  Γεωργίου
με φράγγικη ασπίδα. 13ος αιών.
Ευρισκόμενοι στην Καστοριά οι Νορμανδοί επιχείρησαν να εξασφαλίσουν εφόδια, αλλά οι Καστοριανοί επειδή είχαν μικρά αποθέματα τροφών δεν θέλησαν να τα διαθέσουν. Για τον λόγο αυτόν κλείσθηκαν (οι Καστοριανοί) μέσα στα ισχυρά τείχη της πόλης τους και δεν επέτρεψαν στους άξεστους και αναπάντεχους επισκέπτες, που δεκαπέντε χρόνια πρωτύτερα την είχαν κυριεύσει, να ξαναεισέλθουν σ’ αυτήν. Μετά την άρνηση των Καστοριανών να τους δώσουν τροφές, οι Νορμανδοί άρπαξαν από τα γύρω χωριά τα σφάγια που χρειάζονταν. Άρπαξαν επίσης και πολλά άλογα και όνους, διότι τα περισσότερα από τα φορτηγά ζώα τους είχαν χαθεί κατά το πέρασμα της Πίνδου.
Οι Σταυροφόροι γιόρτασαν τα Χριστούγεννα του 1096 μ. Χ. στρατοπεδευμένοι έξω από τα τείχη της Καστοριάς κι αμέσως μετά ο Βοημούνδος οδήγησε τους άνδρες του ανατολικά προς την Κωνσταντινούπολη, όπου έφθασε στις 9 Απριλίου.
Η διέλευση των Νορμανδών και των λοιπών Σταυροφόρων από την Καστοριά και η παραμονή τους σ’ αυτήν επί τέσσερα έτη προξένησε τότε ισχυρή εντύπωση στους κατοίκους της, επέδρασε μερικώς στην εκκλησιαστική της τέχνη και άφησε ως ανάμνηση τέσσερα δυτικότροπα ξόανα στρατιωτικών αγίων, μία ανάγλυφη φορητή εικόνα του αγίου Γεωργίου και λίγα δυτικά διακοσμητικά στοιχεία στις τοιχογραφίες των ναών της. Τα εν λόγω ξόανα είναι: Του αγίου Γεωργίου και του αγίου Δημητρίου στο χωριό Ομορφοκκλησιά Καστοριάς, του αγίου Γεωργίου στους Ταξιάρχες Νεστορίου (ευρισκόμενο τώρα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών;) και του αγίου Δημητρίου στο χωριό Λακκώματα Άργους Ορεστικού. Η αναφερόμενη φορητή εικόνα του αγίου Γεωργίου βρέθηκε στο ναό Αγίας Παρασκευής ενορίας Οικονόμου και φυλάσσεται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.
Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός
(1081 - 1118)

Το ξόανο του αγίου Γεωργίου
στην Ομορφοκκλησιά. 13ος αιών.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου στην Ομορφοκκλησιά
Καστοριάς. 11ος αιών.
Ελαιογραφία του Γιώργου Αλεξίου.
Σταυροφόρος πολεμιστής

Νορμανδός πολεμιστής.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Οι 42 βυζαντινοί ήρωες του Αμορίου.† 6 Μαρτίου 842 μ.Χ.

Νόμισμα του αυτοκράτορα Θεόφιλου
Στίχοι:
Την εξάριθμον συντεθειμένην φέρει,
Συν επταρίθμῳ η τετμημένη φάλαγξ.
Τεσσαράκοντα κάρηνα δυοίν άμα έκτῃ ετμήθη.
.
Η πόλη Αμόριον βρισκόταν στη Μεγάλη Φρυγία και υπήρξε κατά την αρχαία και τη βυζαντινή εποχή στρατιωτικό και συγκοινωνιακό κέντρο της Μικράς Ασίας. Διέθετε ισχυρό φρούριο, που το είχε κτίσει ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ζήνωνας. Από την πόλη αυτή καταγόταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820 - 829), που ίδρυσε τη φρυγική δυναστεία.
Κατά τους αραβικούς πολέμους, το Αμόριο κυριεύτηκε πολλές φορές από εχθρικά στρατεύματα και απελευθερώθηκε αντιστοίχως από τους Βυζαντινούς. Τη μεγαλύτερη καταστροφή και λεηλασία του την έπαθε από τον Άραβα χαλίφη Μουτασίμ, όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Θεόφιλος (829 - 842), γιος του Μιχαήλ Β΄. Ο χαλίφης αυτός πολιόρκησε με πολυάριθμο στρατό το Αμόριο κατά την 1η Αυγούστου 838 και στις 15 του ίδιου μήνα το κατέλαβε με προδοσία και το κατέστρεψε ολοσχερώς.
Οι 42 μάρτυρες του Αμορίου
Κατά την αναφερόμενη κατάληψη και καταστροφή του Αμορίου, οι Άραβες αιχμαλώτισαν ή σκότωσαν αρκετές χιλιάδες βυζαντινούς πολίτες και στρατιώτες. Μεταξύ των αιχμαλώτων ήταν και 42 διαπρεπείς πολιτικοί και στρατιωτικοί, μέλη ευγενών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης. Αυτούς τους μετέφεραν αλυσοδεμένους στη Βαγδάτη και τους έριξαν σε μία σκοτεινή και υγρή φυλακή. Εκεί παρέμειναν 4 έτη περίπου, ταλαιπωρούμενοι συνεχώς και βασανιζόμενοι από τους δεσμοφύλακές τους.
Κάποια μέρα του έτους 842 οι Άραβες έβγαλαν τους αιχμαλώτους από τη φριχτή φυλακή και τους παρουσίασαν στο χαλίφη Μουτασίμ. Αυτός, με ύφος φιλικό, τους υποσχέθηκε μεγάλα αξιώματα, εφόσον όμως άλλαζαν την πίστη τους. Φυσικά, οι 42 γενναίοι χριστιανοί αρνήθηκαν ν’ αλλαξοπιστήσουν και γι’ αυτό βασανίστηκαν απάνθρωπα και στο τέλος αποκεφαλίστηκαν.
Οι επιφανέστεροι απ’ αυτούς τους 42 μάρτυρες του Έθνους και της Πίστης μας αναφέρονται ακολούθως μαζί με τ’ αξιώματά τους: Ο άγιος Θεόφιλος ήταν στρατηγός και πατρίκιος, ο άγιος Αέτιος στρατηγός, ο άγιος Βασσόης δρομεύς, ο άγιος Θεόδωρος πρωτοσπαθάριος, ο άγιος Κάλλιστος τουρμάρχης και ο άγιος Κωνσταντίνος δρουγγάριος.
Ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος στο θρόνο του

Η εκκλησία μας κατέταξε τους αναφερόμενους τεσσαράκοντα δύο μάρτυρες του Αμορίου στο Αγιολόγιό της και όρισε να εορτάζεται η μνήμη τους στις 6 Μαρτίου εκάστου έτους. Επίσης, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ο Μακεδών (976 – 1025) ανήγειρε επ’ ονόματί τους έναν ναό στο παλάτι των Πηγών.
Η παρουσιαζόμενη άλωση του Αμορίου προξένησε ισχυρή εντύπωση, τόσο στους βυζαντινούς, όσο και στους Άραβες εκείνης της εποχής. Γι’ αυτήν (την άλωση) έχουν γραφτεί και σώζονται αρκετές χρονογραφίες, ευάριθμα ακριτικά τραγούδια, πολλά συναξάρια και αρκετοί εκκλησιαστικοί ύμνοι. Όλα αυτά τα κείμενα περιγράφουν τις δραματικές στιγμές που έζησαν τότε οι κάτοικοι και οι υπερασπιστές της πόλης.
Ένα απ’ τα υπόψη ακριτικά τραγούδια είναι «Το Άσμα του Αρμούρη», που αναφέρεται στην ανακατάληψη του Αμορίου από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, ο οποίος καταγόταν απ’ αυτήν την πόλη. Οι 14 πρώτοι στίχοι, απ’ τους 200 του εν λόγω Άσματος, παρατίθενται ακολούθως.
Το Άσμα του Αρμούρη
Χάρτης τις Μικράς Ασίας με τις κινήσεις των
εμπολέμων. Στο κέντρο του διακρίνεται  το Αμόριο.
Σήμερον ἄλλος οὐρανός, σήμερον ἄλλη ἡμέρα,
σήμερον τὰ ἀρχοντόπουλα θέλουν καβαλλικεύσει·
μόνον τοῦ κὺρ Ἀρμούρη ὁ υἱὸς οὐδὲν καβαλλικεύει.
Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει:
«Μάννα, νὰ πιχαρῇς τ᾿ ἀδέλφια μου,
νὰ ἰδῇς καὶ τὸν πατέρα μου, μάννα, ἂς καββαλικεύσω».
Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα τοῦ Ἀρμούρην συντυχαίνει:
Ο χώρος και τα ερείπια του Αμορίου.
σημερινή άποψη
«Ἐσὺ μικρὸς καὶ ἀνέλικον, καβάλλα δὲν σὲ πρέπει.
Ἀμμὴ ἂν θέλῃς, υἱὲ καλέ, διὰ νὰ καβαλλικεύσῃς,
ἀπάνω κρέμεται τὸ κοντάριν τοῦ πατρός σου,
τὸ ἅρπαξεν ὁ κύρης σου ἐκ τὴν Βαβυλωνίαν,
ἀπάνω κάτω ὁλόχρυσον διὰ λίθου μαργαριτάρι·
καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς μιὰν φοράν, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς δύο,
καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεῖς φορές, τότε νὰ καβαλλικεύσῃς».
.
Η πολιορκία του Αμορίου, 838 μ. Χ.

Ο Θεόφιλος πολεμάει τους Άραβες.
Μικρογραφία Βυζαντινού χειρογράφου.

Ανασκαφείς των ερειπίων του Αμορίου

Ερείπια λαμπρού ναού του Αμορίου

Ερειπωμένος ναός του Αμορίου
Απολυτίκιο των 42 μαρτύρων. Ήχος γ΄.
Την θεοσύλλεκτον του Λόγου φάλαγγα,
τους Τεσσαράκοντα και δύο Μάρτυρας,
τους εν μια πάντας σπουδή αθλήσαντας τιμήσωμεν.
Ούτοι γαρ της πίστεως, ηνωμένοι τη χάριτι,
δήμον ακαθαίρετον ιερώς συνεκρότησαν,
και ώφθησαν Χριστού κληρονόμοι,
ξίφει τμηθέντες τους αυχένας.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Ο άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης († 4 Μαρτίου) και το λιοντάρι

Ο αββάς Γεράσιμος και το λιοντάρι
Ο βίος του αγίου Γερασίμου
Ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης γεννήθηκε στη Λυκία από χριστιανούς γονείς κατά τον 5ο αιώνα. Από νεανική ηλικία ακολούθησε το μοναχισμό κι έγινε ερημίτης. Το 451 πήγε στους Αγίους Τόπους, ενώ το 455 ίδρυσε κοινοβιακό μοναστήρι στην έρημο του Ιορδάνη. Το σύστημα του μοναστηριού ήταν ιδιότυπο, καθότι οι έμπειροι μοναχοί ακολουθούσαν τον αναχωρητικό τύπο μοναχισμού, ενώ οι αρχάριοι τον κοινοβιακό. Ο ίδιος υπήρξε ένας ιδιαίτερα ασκητικός μοναχός, με πνεύμα φιλόπονο και εργατικό. Το τέλος της επίγειας ζωής του επήλθε στις 4 Μαρτίου του 475, όταν Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήταν ο Αναστάσιος Α΄. Η μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία μας στις 4 Μαρτίου.
Το μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου
Το θεματικό μοναστήρι είναι κτισμένο στη νοτιοανατολική κοιλάδα της Ιεριχούς, κοντά στο σημείο του Ιορδάνη ποταμού που βαπτίσθηκε ο Χριστός. Πλησίον του μοναστηριού ευρίσκεται η Νεκρά Θάλασσα, όπου βρίσκονταν οι αρχαίες πόλεις Σόδομα και Γόμορρα. Στη βόρεια πλευρά του είναι χτισμένη τρίκλιτη Εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεράσιμο, τον Άγιο Ευθύμιο, τον Άγιο Ζωσιμά και την Οσία Μαρία την Αιγυπτία. Ο εσωτερικός του διάκοσμος χρονολογείται στον 12ο αιώνα.
Κάτω από την Εκκλησία βρίσκεται μία άλλη μικρότερη, που είναι αφιερωμένη στη φυγή της Αγίας οικογενείας στην Αίγυπτο, εξ αιτίας του βασιλιά  Ηρώδη. Σύμφωνα με την παράδοση, σ’ αυτόν το χώρο, κατά την εν λόγω φυγή, στάθμευσε και φιλοξενήθηκε η Παναγία μαζί με τον Χριστό βρέφος και τον άγιο Ιωσήφ.
Το υπόψη μοναστήρι καταστράφηκε από τους Πέρσες το έτος 614. Επάνω στα ερείπιά του κτίσθηκε τον 19ο αιώνα η σημερινή ιερά μονή του Αγίου Γερασίμου.
Ο άγιος Γεράσιμος και το εξημερωμένο λιοντάρι.
    Αγιολογικά κείμενα αναφέρουν την εξής θαυμαστή ιστορία. Κάποτε, ο άγιος Γεράσιμος συνάντησε στην έρημο ένα πληγωμένο λιοντάρι και του γιάτρεψε την πληγή. Το λιοντάρι, από ευγνωμοσύνη προς τον άγιο ευεργέτη του, τον ακολούθησε αμέσως κι έκτοτε παρέμενε υπάκουο κοντά του και τον υπηρετούσε σαν να ήταν οικόσιτο ζώο. Ο άγιος Γεράσιμος είχε επίσης κι ένα γαϊδουράκι, με το οποίο κουβαλούσε νερό στο μοναστήρι από τον ποταμό Ιορδάνη. Κάποια ημέρα πέρασαν από την περιοχή Άραβες έμποροι με τις καμήλες τους κι έκλεψαν το γαϊδουράκι. Τότε ο Άγιος ζήτησε απ’ το λιοντάρι να κουβαλάει αυτό πλέον (το λιοντάρι) το νερό, σαν να ήταν υποζύγιο, κι έτσι γινόταν. Όταν απεβίωσε ο άγιος Γεράσιμος, το λιοντάρι πήγε στον τάφο του και παρέμεινε εκεί περίλυπο κι άσιτο αρκετές ημέρες, μέχρι που πέθανε. Το λιοντάρι αυτό εικονίζεται σε πολλές εικόνες του αγίου Γερασίμου.

Το μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου Ιορδανίτου


Απολυτίκιο του Αγίου:
Χριστώ εκ νεότητος ακολουθήσας πιστώς,
ζωήν την ισάγγελον, επολιτεύσω σαφώς, Γεράσιμε Όσιε.
Συ γαρ εν Ιορδάνου, διαλάμψας τη χώρα,
θήρα καθυποτάσσεις, τη στερρά σου ασκήσει.
Χριστός γαρ Ον εδόξασας, λαμπρώς σε εθαυμάστωσε.
Ν’ αγαπάς
(Ποίημα του Νίκου Βελιώτη)
Ν’ αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα,
τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,
τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα,
και πολύ ν’ αγαπάς τους ανθρώπους.
……………………………………………………
Τα θεριά ν’ αγαπάς και τ’ ανήμερα,
τα νησιά, τα ποτάμια, τ’ αστέρια.
Κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα
φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια,
…………………………………………………
Ν’ αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι
τη δική σου γαλήνη και κείνα
που μ’ αγάπη το νου μας φωτίζουνε,
και βλασταίνουν αμάραντα κρίνα.

Η πρόσοψη της μονής του Αγίου Γερασίμου