Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Η ετήσια εμποροπανήγυρη του Άργους Ορεστικού. 23 έως και 27 Σεπτεμβρίου 2011.

Η μεγάλη Ρόδα και οι κούνιες.
   Η περίφημη εμποροπανήγυρη του Άργους Ορεστικού, που πραγματοποιείται κάθε χρό­νο κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, αποτελεί ως γνωστόν το κορυφαίο οικο­νομικό γεγονός του Νομού Καστοριάς. Εφέτος, η εν λόγω πανήγυρη ξεκίνησε την ανεπίση­μη λειτουργία της το πρωί της Πέμπτης 22 Σεπτεμβρίου 2011. Ο Γράφων επισκέφτηκε τους χώρους της κατά την ημέρα αυτή, περιδιάβηκε τα περιπτερά της κι έλαβε - τράβηξε τις φω­τογραφίες που συνοδεύουν το παρόν κείμενο.
Ακολούθως παρατίθεται ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από μία παλαιότερη περιγρα­φή της υπόψη εμποροπανήγυρης, που συνέταξε ο γνωστός δημοσιογράφος Νικόλαος Μέρτζιος.
Η κύρια οδός στο χώρο της πανήγυρης.
«Είχαν κατέβει όλοι, με τα καλά τους, στο λαϊκό πανηγύρι και ήταν τρυφερή η νύχτα του Σεπτεμβρίου στη Χρούπιστα. Κάτω από τις τέντες έλαμπαν τα φώτα. Βαθειά στο σκοτάδι γύριζε με όλα τα λαμπιόνια της αναμμένα η μεγάλη ρόδα του τσίρκου και τα χρώματα έρρεαν πάνω στα χαρωπά πρόσωπα, χιλιάδες πρόσωπα, ποτάμι. Η τσίκνα από τα ψημένα κρέατα ανέβαινε γαλάζια στον έναστρο ουρανό και πλανιόταν στην άγρυπνη πολιτεία. Ήταν το πανηγύρι.
Τεράστιες τέντες, με πάνινους θόλους, ανοίγανε μυθικούς θησαυρούς στο λαϊκό μάτι. Κιλίμια και φλοκάτες πολύχρωμες, κεντημένα πουλιά και νεράιδες, μάλλινα στρωσίδια και τομάρια από κατσίκια, νήπια πρόβατα κι αγριογούρουνα απλώνονταν στο τσαρσί και τα πασπάτευαν οι γυναίκες, τα δίπλωναν στο φως, τα μετρούσαν, τα παζάρευαν. Παρέκει ξυ­λόγλυπτα από την Ήπειρο. Χαβάνια και ρόκες, γκλίτσες και κουτάλια με τον Αη-Γιώργη κα­βαλάρη σκαλισμένο ψηλά...
Γιωρίκας ο Πόντιος...
Πιο πέρα τυριά και χαλβάδες Φαρσάλων, λουκούμια του Μούσιου και ένας παράδεισος με ζαχαρωτά, όλα λαχταριστά, τακτοποιημένα σε επάλληλες σειρές από γυάλες με καμπύ­λα καπάκια. Και μαλλί της γριάς, κάστανα βραστά, ψητά και χύμα στο τσουβάλι, φρέσκα. Ντουντούκες, πίπιζες, κασέτες και ζεμπεκιές. Κλαρίνα και γκιούμια βαριά, με βαρύτιμες μουσικές, φερμένες από τα πολύ παλιά χρόνια. Φυσαρμόνικες. Και κοσμήματα να λάμπουν με μύριες ανταύγειες. Χρυσαφικά και πλαστικά τραίνα, αυτοκινητάκια, κουζίνες για τα κο­ριτσάκια- ότι βάνει ο νους του ανθρώπου. Σαν παραμύθι μέσα στη νύχτα. Είχαν κατέβει ξωμάχοι απ' τον Γράμμο κι αγρότες από τους μπαχτσέδες του καστοριανού κάμπου, τσομπαναρέοι από το Βίτσι και τεχνίτες της γούνας από τα ακάματα εργαστήρια της Καστοριάς, στητοί Μακεδόνες απ' τα Κορέστια και λιγοστοί ψαράδες της λίμνης, ένα πλήθος γεμάτο παιδιά, γυναίκες και προσδοκίες.
   Η νύχτα τους τύλιγε όλους, χλιαρή με την οσμή του φθινοπώρου και δεν έπεφτε βελόνι στους δρόμους. Μια πάνινη πολιτεία ξανοίγονταν με μουσικές, με την βοή των βημάτων και με τελάληδες που διαλαλούσαν πραμάτειες στο λαϊκό πανηγύρι. Σαν κάποιος προικισμένος σκηνοθέτης νάχε ανοίξει μια παρένθεση εκεί πέρα και έφερνε στον κόσμο κάτι από τα πα­λαιά παραμύθια».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου