Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ζωοποιός Σταυρός τού Χριστού ήταν εζωγραφημένος κατά την πρωτοχριστιανική εποχή στην κεντρική κόγχη τού Αγίου Βήματος των ναών μας. Η παράσταση του σε δάπεδο ναού είναι απολύτως απαγορευτική.

     

    Οι Χριστιανοί, κατά τους τρεις πρωτοχριστιανικούς αιώνες διώκονταν αγρίως για την πίστη τους απ’ τις Δημόσιες Αρχές τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εκ του λόγου τούτου, λάτρευαν αναγκαστικώς τον Τριαδικό Θεό τους κρυφά απ’ το ευρύ ειδωλολατρικό κοινό, μέσα σε ιδιωτικές οικίες και σε κατακόμβες. Στους τοίχους αυτών των οικιών και των κατακομβών ζωγράφιζαν συνήθως Σταυρούς, καθώς και διάφορες άλλες συμβολικές παραστάσεις όπως, ιχθύες, αμνούς, περιστερές, παραδείσια άνθη, κ.ά.

Όταν ανέλαβε και ασκούσε την εξουσία στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο Μέγας Κωνσταντίνος (306 – 337 μ.Χ.} έπαψε ο διωγμός των Χριστιανών και τους δόθηκε η άδεια να οικοδομούν χριστιανικούς ναούς, κι αυτό έπραξαν. Έκτισαν λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας μεγάλους πρωτοχριστιανικούς ναούς ρυθμού ρωμαϊκής Βασιλικής και τους διακόσμησαν με ορθομαρμαρώσεις, με τοιχογραφίες και με ψηφιδωτά δάπεδα. Η θεματογραφία των εν λόγω διακοσμήσεων ήταν ίδια με την προαναφερόμενη των ιδιωτικών οικιών και των κατακομβών. Όμως, από υπερβάλλοντα ζήλο και από σχετική άγνοια κι ασυγχώρητη επιπολαιότητα φιλοτεχνούσαν ιερούς Σταυρούς, όχι μόνο στα τέμπλα και στους τοίχους των ναών τους, αλλά και στα ψηφιδωτά δάπεδά τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πατούν τούς αναφερόμενους επιδαπέδιους Σταυρούς οι εκκλησιαζόμενοι και κατ’ αυτόν τον τρόπο να τους βεβηλώνουν, προσβάλλουν και περιυβρίζουν. Αυτήν την φοβερή ασέβειά τους την αντιλήφθηκαν οι πιστοί κατά τον 5ο αιώνα κι έκτοτε έπαψαν να κατασκευάζουν ψηφιδωτά με παραστάσεις Σταυρών στα δάπεδα των ναών τους.

Ως προαναφέρθηκε, οι Χριστιανοί τής Παλαιοχριστιανικής εποχής ζωγράφιζαν στους ναούς τους ποικίλες παραστάσεις ιερών Σταυρών. Η σημαντικότερη απ’ αυτές τις παραστάσεις ιστορείτο στην κεντρική κόγχη τού Αγίου Βήματος, πίσω ακριβώς από το Σύνθρονο, που αποτελείται απ’ τον επισκοπικό θρόνο και τις εκατέρωθέν του υπάρχουσες έδρες των ιερέων. Ένα σημαντικό κείμενο του Νείλου Μοναχού (4ος – 5ος αιών) αναφέρει τα εξής σχετικώς:

«Εν τω Ιερατίω κατά ανατολάς τού θειοτάτου τεμένους ένα και μόνον τιπώσαι σταυρόν. Δι’ ενός γαρ σωτηριώδους σταυρού το των ανθρώπων διασώζεται γένος, και τοις απελπισμένοις ελπίς πανταχού κηρύσσεται.

(Νείλου Μοναχού. Παράδοσις και θέματα εικονογραφίας. Migne P.G. 79, 577-580).

Ένα άλλο σημαντικό κείμενο εκείνης της Πρωτοχριστιανικής εποχής, που αναφέρεται στην τοποθέτηση και λειτουργική παρουσία τού Σύνθρονου στην κεντρική κόγχη τού Αγίου Βήματος των ναών μας, περιλαμβάνει και τις ακόλουθες σχετικές υποδείξεις κι εντολές:

«Ο επισκοπκός θρόνος πρέπει να είναι προς ανατολάς, δεξιά και αριστερά αυτού να ευρίσκονται αι έδραι των πρεσβυτέρων. Δεξιά μεν να κάθηνται οι εξοχότεροι και εντιμότεροι εκ τούτων και «κοπιώντες εν λόγω», αριστεράς δε οι άλλοι πρεσβύτεροι αναλόγως της ηλικίας των. Ο θρόνος τού επισκόπου πρέπει να είναι κατά τρεις βαθμίδας υψηλότερον των εδρών των πρεσβυτέρων, επειδή πρέπει να τοποθετηθεί εκεί και η Αγία Τράπεζα».

(Εκ της Διαθήκης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Α’ βιβλίον κεφ. 29 σελ. 164-165.. Περιγραφή πρώτων χριστιανικών βασιλικών μετά των προσκτισμάτων των).

 

‘Όπως είναι γνωστόν, τα τέμπλα των ναών εκείνης τής πρώιμης εποχής του Χριστιανισμού είχαν ύψος 1 μ. περίπου κι ένεκα τούτου, ο Αρχιερέας που στεκόταν κατά την τέλεση τής Θείας Λειτουργίας στο Σύνθρονο τής μεσαίας κόγχης τού Ιερού Βήματος επέβλεπε τα τελούμενα και παρατηρούσε το εκκλησίασμα, ταυτοχρόνως δε και παραλλήλως και το εκκλησίασμα παρατηρούσε τον Αρχιερέα του.

Αρκετά χρόνια αργότερα, κατά τον 7ο αιώνα, τα τέμπλα των ναών απόκτησαν σχετικώς μεγάλο ύψος κι έτσι η αλληλοθέαση Αρχιερέως κι εκκλησιαζόμενων κατέστη πλέον αδύνατη. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, καθώς και για άλλες θεολογικές διαπιστώσεις και παραδοχές ο επισκοπικός Θρόνος μεταφέρθηκε απ’ το Άγιο Βήμα στον Σολέα των ναών, και μάλιστα τοποθετήθηκε με την πρόσοψή  του προς την ανατολή.

Μετά την εν λόγω μεταφορά και τοποθέτηση τού Επισκοπικού θρόνου στον Σολέα του ναού, παρέμεινε στην κεντρική κόγχη του Αγίου Βήματος μόνον ο Σταυρός Λιτανείας, ο οποίος είναι βέβαιον ότι θα παραμείνει εκεί για πάντα.

Γιώργος Τ. Αλεξίου.

Παρατήρηση.

Τελευταίως, κάποιος Αρχιερέας προέβη στην αφαίρεση τού Σταυρού Λιτανείας από την κόγχη τού Αγίου Βήματος των ναών τής εκκλησιαστικής περιφέρειάς του. Αυτό το γεγονός συγκλόνισε πολλούς πιστούς που το αντιλήφθηκαν και προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες τους.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου