Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Ο Στρατής. Δημοτικό ποίημα από τον Γέρμα Καστοριάς.

Η Γοργόνα. Ξυλόγλυπτη παράσταση έτ. 1775
απ' το τέμπλο του ενοριακού ναού του Γέρμα.

Τρεις χρόνους έχει ο Στρατής στα ξένα που γυρίζει
και πριν να ’ρθούνε τέσσερις βούλεται για να φύγει,
τον πιάνουν χιόνια και βροχές και τον γυρίζουν πίσω
και από τα ξένα ο Στρατής δεν ημπορεί να φύγει.
Της μάνας του της έταξε τρεις χρόνους θα καθίσει
και πριν να ’ρθούν οι τέσσερις πως πίσω θα γυρίσει,
και πριν να ’ρθούν οι τέσσερις δεν γύρισε οπίσω.
−Σύρε του είπα, άντρα μου, νά ’βρεις το παιδί μας,
άλλο παιδί δεν έχουμε, δεν έχουμε άλλον στύλο,
αυτό είναι το καμάρι μας κι αυτό είναι η χαρά μας.
Ξεκίνησε ο γέροντας να πάει να βρει το γιό του,
δώδεκα μήνες πέρασαν και πίσω δεν γυρίζει
και πήρα τότε η άμοιρη τους δρόμους ερωτώντας:
−Μην είδατε τον άντρα μου, μην είδατε τον γιο μου;
−Δεν είδαμε τον άντρα σου, δεν είδαμε τον γιο σου.
Και τότε δούλα έγινα η δύστυχη στα ξένα.
Βαριά στενάζει ο Στρατής ένα πρωί και λέγει:
−Τα γόνατά μου έκοψε η φοβερή αρρώστια
και πια δεν είμαι για ζωή, τη γη για να πατήσω,
της μάνας μου της έταξα τρεις χρόνους θα καθίσω
και πριν να ρθούν οι τέσσερις πως πίσω θα γυρίσω
ο Δήμος είν’ πατέρας μου και μάνα μου η Μάρθα.
Και τότε τον ερώτησα πως λένε τ’ όνομά σου.
−Στρατή με λένε.
−Δύστυχε, εσύ είσαι το παιδί μου.
Στην αγκαλιά της η φτωχή με κλάματα τον σφίγγει,
τον βρέχει με τα δάκρυα και τον φιλεί στα μάτια,
κι εκείνος άλαλος φιλεί της μάνας του το χέρι
−Μάνα μου πως εβρέθηκες στα ξένα μοναχή σου;
Ο δύστυχος πατέρας μου τι έγινε, μάνα, που είναι;
−Σήκω παιδί μ’ να φύγουμε, στο σπίτι μας να πάμε.
Στο δρόμο που επήγαιναν, στο δρόμο που πηγαίνουν,
ακούνε μια βραχνή φωνή σε μια καλύβα μέσα.
−Διαβάτη μου, σταμάτησε και κράτα τ’ άλογό σου,
δεν έχω πόδια για να βγω, κοντά σου να μιλήσω,
δεν έχω φως ο δύστυχος για να σε δω ποιος είσαι,
εκεί που πας, διαβάτη μου, αν πας στην πέρα χώρα,
καθώς θα μπεις δεξιά μεριά μια βρύση θ’ απαντήσεις
και σε μια πόρτα σύριζα είν’ ένα κυπαρίσσι,
κλαμένη και άμοιρη θα δεις γυναίκα να προσμένει,
να καρτερεί απ’ την ξενιτιά τον άντρα και τον γιο της,
ο άντρας αυτής της δύστυχης εγώ ο γέρος είμαι
και πήγα νά ’βρω ο δύστυχος στα ξένα το παιδί μου.
Και γύρισαν στο σπίτι τους οι τρεις ξενιτεμένοι.

Η κ. Κατίνα Λάτσου - Πετσώνη
σε νεαρή ηλικία
ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Το παρουσιαζόμενο δημοτικό ποίημα το απήγγειλε στην Καστοριά την 10η Ιουλίου 2015 η κ. Κατίνα Γ. Λάτσου – Πετσώνη, όπως το θυμόταν από τη μητέρα της Ελένη Υφαντή - Λάτσου. Η καταγραφή του έγινε από τον Γιώργο Τ. Αλεξίου.
Παρατήρηση: Προξενεί απορία κι εντύπωση η χρήση απ’ τον αφηγητή τής γενικής πτώσης στη συντακτική δομή όπου οι Γερμανιώτες και γενικότερα οι Βορειοελλαδίτες χρησιμοποιούν την αιτιατική: «της μάνας του της έταξε», αντί «τη μάνα του την έταξε».

Πληροφόρηση: Οι εδώ παρουσιαζόμενες ξυλόγλυπτες μορφές και παραστάσεις ανήκουν στο υπέροχο τέμπλο του ενοριακού ναού Αγίου Γεωργίου Γέρμα και χρονολογούνται στο έτος 1775. Η καλλιτεχνική επεξεργασία των φωτογραφιών τους έγινε από τον Γιώργο Τ. Αλεξίου.

Ο Γέρμας. Σε πρώτο πλάνο ταΐστρες αιγοπροβάτων.








Η κ. Κατίνα Λάτσου-Πετσώνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου