Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Η εικόνα του αγίου Μηνά, που μετακινήθηκε με θαυμαστό τρόπο απ' το Βογατσικό Καστοριάς στο Δρυόβουνο Κοζάνης, κατά το έτος 1859.

 


Το ευλογημένο χωριό Δρυόβουνο Βοΐου Κοζάνης έχει ως ακαταμάχητο ουράνιο προστάτη του τον μεγαλομάρτυρα άγιο Μηνά τον Αιγύπτιο. Προς τιμήν του, οι ευσεβείς κάτοικοι τού Δρυόβουνου έκτισαν κατά το έτος 1859 στο κέντρο του χωριό τους έναν ομώνυμόν του ναό, εντός του οποίου τοποθέτησαν μία ιερή εικόνα του, η οποία είχε μετακινηθεί τότε εκεί με θαυμαστό τρόπο απ' το γειτονικό Βογατσικό Καστοριάς. Το σχετικό ιστορικό γεγονός παρουσιάζεται ακολούθως.


Κάποιο πρωινό του έτους 1858 (;) οι Δρυοβουνιώτες βρήκαν στην εξώπορτα τού ενοριακού τους ναού, που είχε οικοδομηθεί το έτος 1509 και ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο, μία μικρή εικόνα του αγίου Μηνά. Αμέσως αναζήτησαν τον κομιστή της εικόνας, αλλά δεν τον βρήκαν. Πληροφορήθηκαν όμως, ότι η εν λόγω εικόνα είχε χαθεί από ναό του Βογατσικού Καστοριάς και γι' αυτό τη μετέφεραν εκεί. Όμως το επόμενο πρωί η εικόνα ξαναβρέθηκε στο ναό του Δρυόβουνου και φυσικά οι Δρυοβουνιώτες την επέστρεψαν και πάλι στο Βογατσικό. Αυτό συνέβη κι άλλες 2 - 3 φορές και τότε οι κάτοικοι τού Δρυόβουνου συμπέραναν, ότι την υπόψη εικόνα την κόμιζε στο χωριό τους ο εικονιζόμενος σ' αυτήν άγιος Μηνάς και ότι ήταν επιθυμία του να παραμείνει αυτή εκεί. Κατόπιν τούτου, ανοικοδόμησαν μεγαλύτερον και λαμπρότερον τον παλαιό ενοριακό τους ναό τού Αγίου Δημητρίου, τον συναφιέρωσαν και στον Άγιο Μηνά και ανάρτησαν εντός του τη θεματική εικόνα, η οποία είναι αποδεδειγμένως θαυματουργή.


Αναφορικά με το Βογατσικό Καστοριάς σημειώνουμε, ότι πρόκειται για ένα ιστορικό κεφαλοχώρι, που υπήρξε κατά την περίοδο τής τουρκοκρατίας προπύργιο του ελληνισμού και του χριστιανισμού στην Άνω Μακεδονία. Οι κάτοικοί του ήταν και είναι άριστοι πατριώτες και πολύ ευσεβείς χριστιανοί, που τιμούσαν και τιμούν ιδιαιτέρως τον μεγαλομάρτυρα άγιο Μηνά τον Αιγύπτιο.

Σημείωση. Βλέπε περισσότερα για τη θεματική εικόνα του αγίου Μηνά στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

https://greekorthodoxreligioustourism.blogspot.com/2016/02/blog-post_19.html

Παρατήρηση. Αρκετοί ευσεβείς Βογατσιώτες επισκέπτονται τακτικά το Δρυόβουνο και προσκυνούν τη θαυματουργή εικόνα του αγίου Μηνά, που προέρχεται από το χωριό τους.

Γιώργος Τ. Αλεξίου.

















Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Τα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα του Νομού Καστοριάς.

 

    Κείμενο στηριζόμενο στην αξιόλογη διδακτορική διατριβή τής άριστης φιλολόγου κ. Ελένης Παπαδάμου, που φέρει τον τίτλο «Το μορφολογικό σύστημα των βορείων ιδιωμάτων Καστοριάς (στο φως των σχέσεων διαλεκτολογίας και βαλκανικής γλωσσολογίας)».

Η περιοχή του Νομού Καστοριάς ήταν ανέκαθεν, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ελληνόφωνη. Σε 21 χωριά του εν λόγω Νομού ομιλούνται ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα, που ανήκουν στα βόρεια ιδιώματα (ΒΙ), και πιο συγκεκριμένα στη δυτική ζώνη των βορείων ιδιωμάτων. Στην πρωτεύουσα του Νομού, την πόλη της Καστοριάς, ομιλείται ιδίωμα που ανήκει στα ημιβόρεια τοιαύτα.


Τα βασικά και κύρια γνωρίσματα των προαναφερόμενων βορείων ιδιωμάτων (ΒΙ) είναι τα εξής δύο: 1) η στένωση των άτονων φωνηέντων μεσαίου ανοίγματος /e/ και /ο/ σε /i/ και /u/ αντίστοιχα { π. χ. νερό νιρό.// τόπος τόπους}, και 2) η αποβολή των άτονων κλειστών /i/ και /u/ {π.χ. Φεγγάρι φιγγάρ' // πουλώ πλω }.

Απ' τα παραπάνω δύο κύρια γνωρίσματα των Βορείων γλωσσικών ιδιωμάτων τού αναφερόμενου Νομού, το ιδίωμα της πόλης Καστοριάς έχει μόνο το πρώτο, δηλαδή τη στένωση των άτονων φωνηέντων μεσαίου ανοίγματος /e/ και /ο/ σε /i/ και /u/ και γι' αυτό το ιδίωμά της κατατάσσεται στα ημιβόρεια στενωτικού τύπου. π.χ. Το Φιγγάρι, οι χουρουφυλάκοι.


Παρά τις ομοιότητές τους, τα ιδιώματα της Καστοριάς μπορούν να καταταγούν σε τρεις βασικές ομάδες, που διακρίνονται και γεωγραφικά. Οι ομάδες αυτές είναι:

1η Ομάδα. Γραμμοχώρια.

Επταχώρι, Ζούζουλη, Χρυσή, Πευκόφυτο, Κοτύλη, Κυψέλη, Πεύκο, Λάγκα, Βράχος.

2η Ομάδα. Νοτιοανατολική.

Γέρμας, Βογατσικό, Κωσταράζι.

3η Ομάδα. Νότια.

Μηλίτσα, Ασπροκκλησιά, Ασπρονέρι, Βοτάνι, Βέλος, Διαλεχτό, Αμμουδάρα, Αμπελόκηποι, Κορησός.


Μερικά από τα πολλά κι ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Βορειοελληνικών ιδιωμάτων του Νομού Καστοριάς, που εντοπίστηκαν, επισημάνθηκαν και καταγράφηκαν από την προαναφερόμενη άριστη επιστήμονα φιλόλογο κ. Ελένη Παπαδάμου, παρουσιάζονται ακολούθως, με την ανάλογη βεβαίως προσαρμογή.

  1. Στα αρσενικά σε -ος /ός δεν υπάρχει μορφολογική διάκριση ανάμεσα στην ονομαστική και την αιτιατική πληθυντικού. π.χ Ονομαστική: οι λαγοί. Αιτιατική: τ'ς λαγοί.

  2. Στα ρήματα υπάρχει παραδειγµατικός τόνος µε καταστρατήγηση τού νόµου της τρισυλλαβίας και με παράλληλη ανάπτυξη δευτερεύοντα τόνου, π.χ. Έκουφτέτι (: κόβατε). Έτρουγέτι (: τρώγατε).

  3. Το έµµεσο αντικείµενο εκφέρεται σε αιτιατική πτώση, µε εξαίρεση τα ιδίωµατα της Χρυσής και του Επταχωρίου που εκφέρονται σε γενική. π.χ. Έδωσα συγχαρητήρια (σ)τον Γιώργο. (: Έδωσα συγχαρητήρια του Γιώργου)

  4. Η απόδοση του µη πραγµατικού γίνεται µε τα µορφήµατα χανα και σπανιότερα χαλ’να, που είναι φορείς παρελθοντικότητας. Παράλληλα χρησιµοποιείται το µόρφηµα θανα. π.χ. Χθες χανα αγόραζα ένα ποδήλατο (: χθες θα αγόραζα ένα ποδήλατο). Προχθές θανα πήγαινα στην Καστοριά. (: Προχθές θα πήγαινα στην Καστοριά).

  5. Υπάρχει διάκριση γενών στο γ΄ πρόσωπο του πληθυντικού της κτητικής αντωνυµίας, που καθορίζεται από το γένος των κτητόρων, π.χ. οι γυναίκις ήπιρναν τα κουρίτσα τις, οι άντρις έτρωγαν του φαγητό τς (: τους), αλλά τα πιδιά κάθουνταν στη γουνιά τα κτλ. Η χρήση της αντωνυµίας τα, όταν οι κτήτορες είναι ουδετέρου γένους απαντάται σε όλα τα Βορειοελληνικά ιδιώµατα της Καστοριάς. π. χ. Τα πιδιά φουρούσαν τς γραβάτις τα.

  6. Ο ενεργητικός αόριστος µιας συγκεκριµένης οµάδας ρηµάτων σχηματίζεται σε -κα ή -σα, π.χ. έπιασα/έπιακα/να πιάκω, έφτιασα/έφτιακα/να φτιάκω. Οι αόριστοι σε -κα των ρηµάτων αυτών απαντούν μόνο στην οµάδα των Γραµµοχωρίων, ενώ τα υπόλοιπα ΒΙ ιδιώµατα σχηµατίζουν τους αορίστους αυτούς σε -σα.




    Γιώργος Τ. Αλεξίου

    Σημείωση. Βλέπε σχετικώς:

    α) http://fos-kastoria.blogspot.com/2021/01/blog-post.html

    β) http://fos-kastoria.blogspot.com/2021/01/blog-post_10.html







Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

ΑΝΑΔΡΟΜΗ. Επίσκεψη στα βυζαντινά μνημεία του Πρίλαπου των Σκοπίων. Σάββατο 25 Ιουλίου 2009.

 


Γράφει ο Γιώργος Αλεξίου.

Το πρωί του Σαββάτου 25 Ιουλίου, ώρα 07.00΄, τριάντα Καστοριανοί, μεταξύ των οποίων ήταν και ο γράφων Γιώργος Αλεξίου, αναχωρήσαμε απ’ την Kαστοριά με το εκδρομικό λεωφορείο του κ. Χρίστου Στυλιάδη και με σκοπό να επισκεφτούμε σε μια ημέρα, τις πόλεις Μοναστήρι (σημ. Μπίτολα) και Πρίλαπο (σημ. Πρίλεπ) του γειτονικού μας κράτους των Σκοπίων. Κατά τις επόμενες δύο ταξιδιωτικές ώρες, διήλθαμε απ’ το Νταούλι της Κλεισούρας, είδαμε το γραφικό Λέχοβο και περάσαμε απ’ τον κάμπο Αετού - Αμυνταίου. Κατόπιν διασχίσαμε την πεδιάδα της Βεύης – Σιταριάς – Μελίτης, και θαυμάσαμε τους ανθισμένους ηλίανθους και τα καταπράσινα καλαμπόκια των αγρών της.

Περί ώρα 10.00΄ φθάσαμε στο Τελωνείο της Νίκης και μετά τον σχετικό έλεγχο των Ταυτοτήτων μας, εισήλθαμε στο έδαφος της FYROM. Μπροστά μας εκτεινόταν η εύφορη πεδιάδα της Πελαγονίας, που δυστυχώς ήταν στη μεγαλύτερη έκτασή της ακαλλιέργητη. Σε δέκα λεπτά περίπου προσπεράσαμε το ιστορικό Μοναστήρι και συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τον Πρίλαπο. Κατά τη συνεχόμενη διαδρομή μας μέσα στην πεδιάδα της Πελαγονίας, παρατηρήσαμε, ότι και σ’ αυτήν την έκταση οι περισσότεροι αγροί ήταν χέρσοι. Παρατηρήσαμε επίσης, ότι όλοι οι λόφοι της περιοχής ήταν αποψιλωμένοι, επάνω τους υπήρχαν ελάχιστες συστάδες δένδρων.


Αφού ταξιδέψαμε μισή ώρα περίπου και διανύσαμε 40 χιλιόμετρα, φθάσαμε στον Πρίλαπο. Η πόλη αυτή έχει σήμερα 75.000 κατοίκους, περίπου. Κατά τους ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους γνώρισε αξιοσημείωτη ακμή. Η παλαιά συνοικία της, το Βαρός, βρίσκεται κτισμένη στους ΝΔ πρόποδες ενός ψηλού και απότομου λόφου, που έχει στις κορυφές και στις πλαγιές του τεράστια μαύρα βράχια. Οι νέες συνοικίες του Πρίλαπου είναι κτισμένες ανατολικά της παλαιάς συνοικίας του, στην άκρη του κάμπου της Πελαγονίας. Στην κορυφή του υπόψη λόφου υπάρχει ένα ισχυρό κάστρο της βυζαντινής εποχής, ενώ στο ψηλότερο σημείο του είναι στημένος ένας τεράστιος σιδερένιος σταυρός (Πίν. 1).


Μετά την αποβίβασή μας απ’ το λεωφορείο, περί την 11
η πρωινή ώρα, ο Γράφων πήγα με ένα ταξί στη μεσαιωνική συνοικία Βαρός κι επισκέφτηκα τη βυζαντινή μονή των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Το εν λόγω φημισμένο μοναστήρι βρίσκεται κτισμένο στο μέσον μιας απότομης πλαγιάς του προαναφερόμενου λόφου, κάτω ακριβώς απ’ το βυζαντινό κάστρο του (Πίν. 2), και είναι σήμερα γυναικείο. Ανεγέρθηκε τον 10ο αιώνα και ανακαινίστηκε κατά τον 13ο αιώνα απ’ τον Έλληνα άρχοντα Ιωάννη, που είχε τότε το αξίωμα του «Μεγάλου Χαρτοφύλακα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας».

Το κτιριακό συγκρότημα της περιγραφόμενης ιεράς μονής αποτελείται απ’ τον τρουλαίο βυζαντινό ναό των Αρχαγγέλων, από ένα μακρόστενο και δίπατο οίκημα, όπου διαμένουν οι Μοναχές της, και από μερικά άλλα μικρά βοηθητικά κτίσματα. Στη ΝΑ γωνία του μοναστηριακού περιβόλου βρίσκεται η στεγασμένη είσοδός του, ενώ λίγα μέτρα μπροστά απ’ το ναό είναι σκαμμένη στο βράχο μία μικρή δεξαμενή με αγιασματικό νερό.


Αφού θαύμασα το βυζαντινό ναό των Αρχαγγέλων και προσκύνησα τις εικόνες του, εξήλθα απ’ τη Μονή και βάδισα 200 μέτρα πιο κάτω, στα ριζά του λόφου, όπου βρίσκεται η ερειπωμένη εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων (Πίν. 3). Η εκκλησία αυτή, που χρονολογείται στη βυζαντινή εποχή, είναι σήμερα εγκαταλειμμένη και χωρίς στέγη. Στο εσωτερικό της έχει δύο όρθιες μαρμάρινες κολόνες και μόνο μία ξεθωριασμένη τοιχογραφία. Σ’ αυτόν το ναό κάθισα αρκετή ώρα και τον περιεργάστηκα εξωτερικά κι εσωτερικά. Κατόπιν προχώρησα λίγο πιο κάτω, στα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης, όπου συνάντησα τον υπέροχο βυζαντινό ναό του Αγίου Δημητρίου.

Ο εν λόγω ναός του Αγίου Δημητρίου έχει ωραία αρχιτεκτονική δομή και διαθέτει έναν κομψό τρούλο (Πίν. 4). Εντός του υπάρχει ένα απλό τέμπλο με ωραίες μεταβυζαντινές εικόνες. Υπάρχουν επίσης αρκετές τοιχογραφίες διαφόρων εποχών, που όμως δεν σώζονται σε καλή κατάσταση. Με συγκίνηση και δέος προσκύνησα τους αγίους που εικονίζονται στο εσωτερικό του και προσευχήθηκα για λίγα λεπτά. Μετά, θέλησα να επισκεφθώ τις εκεί ευρισκόμενες βυζαντινές εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας της Πρέσιστε (της Πάναγνης), επειδή είχε παρέλθει η ώρα που είχα στη διάθεσή μου, αναχώρησα απ’ τον παλιό συνοικισμό και μετέβηκα στη νέα πόλη του Πρίλαπου.


Ο Πρίλαπος έχει στο κέντρο του δύο μεγάλες και όμορες πλατείες, με ωραία δημόσια κτίρια, με περιποιημένα πάρκα και με σύγχρονα καταστήματα. Στο μέσον της κεντρικότερης και μεγαλύτερης απ’ αυτές τις πλατείες είναι στημένος επάνω σ’ ένα ψηλό μαρμάρινο βάθρο ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Ελληνομακεδών στρατηλάτης παρουσιάζεται σε φυσικό μέγεθος, στραμμένος προς τη Μακεδονία μας, κρατώντας σάρισα στο δεξί του χέρι και ασπίδα στο αριστερό (Πίν. 5).

Στη δεύτερη πλατεία της πόλης συνυπάρχουν, ένα ψηλό καμπαναριό με σταυρό στην κορυφή του και δίπλα του, ένα προσφάτως πυρπολημένο τζαμί και ο υψηλός μιναρές του (Πίν. 6).

Το μεσημέρι, ώρα 13.30΄, συγκεντρωθήκαμε όλοι οι εκδρομείς στο προκαθορισμένο σημείο του Πρίλαπου, στο οποίο βρισκόταν το λεωφορείο μας, και αμέσως αναχωρήσαμε για το Μοναστήρι (Μπίτολα), όπου φθάσαμε μετά από μισή ώρα.


Το ιστορικό και πανέμορφο Μοναστήρι είναι η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της
FYROM με 95.000 κατοίκους, περίπου. Είναι επίσης, το σημαντικότερο διοικητικό, εμπορικό κι εκπαιδευτικό κέντρο αυτής της χώρας, μετά την πρωτεύουσά της Σκόπια. Στο Μοναστήρι, αμέσως μετά την άφιξή μας, γευματίσαμε σε ένα περιποιημένο εστιατόριο, και κατόπιν διασκορπιστήκαμε μέσα στην πόλη. Εγώ επισκέφτηκα τον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου άναψα ένα κερί και θαύμασα το υπέροχο ξυλόγλυπτο κι επιχρυσωμένο τέμπλο του. Κατόπιν βγήκα στην κεντρική πλατεία, και παρατήρησα με προσοχή τον πύργο του Ωρολογίου (17ος αι.) και το Τέμενος του Αϊντάρ Καντί (16ος αιώνας). Ακολούθως είδα το εκεί κατασκευαζόμενο μνημείο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και συγκεκριμένα, το μαρμάρινο βάθρο όπου πρόκειται να στηθεί ένας επιβλητικός ανδριάντας του, και τις ασπίδες και τις σάρισες που το περιβάλλουν (Πίν. 7).

Πιο κάτω, σε μια άλλη ωραία πλατεία, είδα τον ορειχάλκινο ανδριάντα του Μίλτου Μανάκια (1882 – 1964), που ήταν Ελληνόβλαχος απ’ την Αβδέλλα Γρεβενών και που υπήρξε ο πρώτος κινηματογραφιστής των Βαλκανίων (Πίν. 8). Ο Μίλτος έζησε και πέθανε στο Μοναστήρι και γι’ αυτό οι Σκοπιανοί τον θεωρούν ομοεθνή τους.


Βγαίνοντας απ’ την πλατεία του Μίλτου Μανάκια βάδισα στη φημισμένη κεντρική οδό της πόλης «Shirok Sokak» και μετά επισκέφτηκα τους παράπλευρους
δρόμους, όπου σώζονται αρκετά νεοκλασικά διδακτήρια σχολείων και πολλές αρχοντικές οικίες του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Η περιδιάβασή μου στους δρόμους αυτούς με τα ενδιαφέροντα αρχοντικά κράτησε έως την 6η απογευματινή ώρα, που συγκεντρωθήκαμε όλοι έξω απ’ το λεωφορείο μας, με το οποίο αναχωρήσαμε για την Καστοριά. Στην πανέμορφη πόλη μας φθάσαμε γύρω στην 9η βραδινή ώρα, ευχαριστημένοι για τις νέες εμπειρίες που αποκτήσαμε, και χαρούμενοι για την υπέροχη ημέρα που περάσαμε.



Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου {+ 440 μ.Χ.}. «Επικίνδυνον η επισκοπή {: το επισκοπικόν αξίωμα}».

 

1) Επιστολή ρμθ΄. Τριβωνιανώ Επισκόπω. (Αρχαίο κείμενο).


«΄Οτι επικίνδυνον η επισκοπή, και ου μόνον ο ταύτη επιπηδών επίσκοπος, αλλά και οι ψηφιζόμενοι ανάξιον, απαραιτήτοις εισίν επιτιμίοις υπεύθυνοι. Επίσκοπος εξ αυτού του ονόματος την οικείαν οφείλει οικονομίαν επίστασθαι. Επισκοπείν αυτόν χρή τας εφόδους των θηρών των αοράτων και των αφανών, τάς της Εκκλησίας ραθυμίας, τας των μοναχών ολιγωρίας, τας των αδίκων επηρείας, τας των χηρών δυσπραγίας, τας των ορφανών απορίας, τάς του θυσιαστηρίου υπονοίας, τας των διακονούντων καχεξίας, τας των νέων κακοπραγίας, τας των παλαιών κακοβουλίας, και όλον είναι οφθαλμόν πάντα ορώντα, και μηδέν παρορώντα, ών εί τι αμεληθείη, ουκ αυτος μόνος παιδεύεται, αλλά και πάσα πολλάκις συν εκείνη η Εκκλησία. Ο μεν εφ ' οίς τοιούτος ών Θεώ ιερατεύειν ήνέσχετο, και πράγμα τοσούτο ή άκων εδέξατο, ή μανείς εξωνήσατο οι δε, ότι τοιούτω ιερωσύνην αναξίως επέδωκαν».


Ελεύθερη νοηματική απόδοση τής επιστολής ρμθ΄.

Προς τον Επίσκοπο Ευσέβιο.

Το αξίωμα του επισκόπου έχει πολλούς και μεγάλους κινδύνους, όταν δε το λάβει κάποιος ανάξιος, δεν είναι μόνον αυτός ένοχος και υπεύθυνος τιμωρίας, αλλά οπωσδήποτε είναι (ένοχοι και υπεύθυνοι τιμωρίας) και όσοι τον ψήφισαν για να το καταλάβει. Ο Επίσκοπος, όπως δηλώνει και η ονομασία του οφείλει να επιβλέπει και να κυβερνά καλώς το λογικό ποίμνιό του. Πρέπει να αντιλαμβάνεται εγκαίρως και να αποκρούει τις επιθέσεις των αοράτων και αφανών δαιμόνων, τη ραθυμία των ανθρώπων της Εκκλησίας, τις ολιγωρίες των μοναχών, τις άθλιες πράξεις των αδίκων ανθρώπων, να αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που έχουν οι χήρες γυναίκες, τη φτώχια των ορφανών παιδιών, τις υπόνοιες του ιερατείου. Να αντιλαμβάνεται επίσης τις ποικίλες αδυναμίες όσων υπηρετούν στους ναούς, τις ανάρμοστες πράξεις των νεαρών, τις διαβολές των γερόντων, και γενικώς ολόκληρος πρέπει να είναι σαν ένας μεγάλος οφθαλμός, που όλα τα παρατηρεί και τίποτα δεν παραβλέπει. Εάν παραβλέψει κάποιο απ' τα προαναφερόμενα καθήκοντά του, δεν παιδεύεται μόνον αυτός, αλλά μαζί του παιδεύεται πολλές φορές και ολόκληρη η Εκκλησία. Αυτός μεν (παιδεύεται και ταλαιπωρείται) επειδή, ενώ εκλέχτηκε για να υπηρετεί ως αρχιερέας τον Θεό, ανέχτηκε όλα τα προαναφερόμενα ή τα αποδέχτηκε αθέλητα, ή χάνοντας τα μυαλά του τα εγκατέλειψε, εκείνοι δε, επειδή τον εξέλεξαν κι έδωσαν σ' αυτόν τον ανάξιο την αρχιερωσύνη.



2) Επιστολή ρνα΄. Ευσεβίω Επισκόπω. (Αρχαίο κείμενο).

« Ότι μεγάλης δείται ψυχής η επισκοπή, και μυρίων γέμει το πράγμα κινδύνων. “ Ο του Θεού ιερεύς, επειδή εγγίζει Θεώ, κατά τα πολυόμματα ζώα όλος είναι οφθαλμός οφείλει, κατ ' εκείνα μηδεν αγνοών, αλλά πάντα ορών ...»

Ελεύθερη νοηματική απόδοση τής επιστολής ρνα΄.

Προς τον Επίσκοπο Ευσέβιο.

Το επισκοπικό λειτούργημα απαιτεί άνθρωπο με μεγάλη ψυχή, καθότι κρύβει χιλιάδες κινδύνους. Ο ιερέας του Θεού, επειδή εγγίζει τον Θεόν, οφείλει να να είναι ολόκληρος ένας μεγάλος οφθαλμός, όπως ακριβώς είναι τα πολυόμματα Σεραφείμ και πρέπει, όπως εκείνα, όλα να τα βλέπει και τίποτα να μην παραβλέπει...


Βιογραφία οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου.

Ο όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (περ. 360 – 440 μ.Χ.) ήταν μοναχός και σημαντικός εκκλησιαστικός πατέρας από την Αίγυπτο. Ονομάζεται Πηλουσιώτης επειδή πιθανώς ασκήτευσε και ήταν ηγούμενος μονής που βρισκόταν κοντά στο αρχαίο Πηλούσιο (το σημερινό Πορτ Σάιντ). Ασχολήθηκε με τη μελέτη των Γραφών και την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στο β' μισό του τέταρτου αιώνα και υπήρξε άνθρωπος ευρείας μόρφωσης, καθώς πέρα από τη θεολογική κατάρτιση που διέθετε, ήταν γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ενώ είχε διδαχτεί μεταξύ άλλων μαθηματικά, φιλοσοφία, ιατρική και αστρονομία. Συγγενείς του φέρονται να ήταν οι επίσκοποι Αλεξανδρείας Θεόφιλος και Κύριλλος. Αρχικά εργάστηκε ως δάσκαλος ρητορικής και παιδαγωγός στη γενέτειρά του. Αργότερα εγκατέλειψε την Αλεξάνδρεια και αποσύρθηκε στην περιοχή του Πηλουσίου, στο δέλτα του ποταμού Νείλου όπου ασκήτεψε για το υπόλοιπο της ζωής του. Εμφανίστηκε στο θεολογικό προσκήνιο το 390 και διακρίθηκε για το ήθος και τη σοφία του, στοιχεία που τον έκαναν σεβαστό σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο της εποχής του και του έδωσαν την άνεση να στέλνει επιστολές θρησκευτικού και συμβουλευτικού περιεχομένου ακόμα και σε ηγεμόνες, όπως π.χ. ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄. Παράλληλα υπήρξε θαυμαστής τού έργου τού Ιωάννου Χρυσιοστόμου. Μάλιστα, γύρω στο 416 κατάφερε να πείσει τον αρχικά αρνητικό Κύριλλο Αλεξανδρείας να γράψει τον Χρυσόστομο στα Δίπτυχα της εκκλησίας τής Αλεξάνδρειας, πράξη ενταγμένη στο πλαίσιο της αποκατάστασης του ονόματος τού εκλιπόντα από το 407 ιεράρχη.


Ο όσιος Ισίδωρος έγραψε χιλιάδες επιστολές, στις οποίες διατύπωνε τις απόψεις του σε διάφορα ζητήματα πρακτικής, αλλά και θεωρητικής φύσεως. Από αυτές έχουν διασωθεί πάνω από 2.000. Κατά το Λεξικό της Σούδας, ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης συνέγραψε τρεις χιλιάδες επιστολές, που είναι αφιερωμένες στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής, ενώ σύμφωνα με τον Νικηφόρο Κάλλιστο οι επιστολές του φθάνουν τις δέκα χιλιάδες. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ασκητικούς συγγραφείς, ο Ισίδωρος δεν απασχολήθηκε με τη μυστική θεωρία, αλλά με ηθικά ζητήματα. Χαρακτηριστική είναι άλλωστε η επανάληψη σε αρκετές επιστολές του, τού ρητού "αρετής ουδέν ίσον".

(Το κείμενο ελήφθη από την Βικιπαίδεια)


Σημειώσεις.

1) Χαρακτηριστικό απόφθεγμα οσίου Ισιδώρου:

«Το μεν της ειρήνης όνομα πανταχού, το δε πράγμα ουδαμού.»
  1. ) Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του οσίου Ισιδώρου στις 4 Φεβρουαρίου.

  2. ) Βλέπε παρουσίαση κειμένου οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου:

    http://fos-kastoria.blogspot.com/2013/08/6-360-450.html





Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ο βυζαντινός ναός της Παναγίας στο χωριό Χάλαρα Κορεστείων Καστοριάς

 

Γράφει ο Γιώργος Τ. Αλεξίου

 Η γεωγραφική περιφέρεια των Κορεστείων Καστοριάς είναι, κατά γενική και αντικειμενική εκτίμηση, μία απ’ τις ομορφότερες περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και γενικότερα της Ελλάδος. Οι κάτοικοί της ήταν ανέκαθεν και είναι πολύ καλοί άνθρωποι, άριστοι πατριώτες και ευσεβείς χριστιανοί.

Κατά την αρχαία εποχή, οι άλκιμοι νέοι των Κορεστείων έλαβαν μέρος ως επίλεκτοι στρατιώτες στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κατέκτησαν κι εκπολίτισαν την Οικουμένη. Αργότερα, στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι γενναιόψυχοι Κορέστες προάσπιζαν επιτυχώς τα σύνορα του Ελληνισμού απ’ τους βαρβάρους επιδρομείς και κατηχούσαν στο Χριστιανισμό τα διάφορα αλλόθρησκα φύλα που πλησίαζαν στην περιοχή τους.

    Κατά την προαναφερθείσα βυζαντινή περίοδο, διοικητικό και πολιτισμικό κέντρο των Κορεστείων ήταν μία σημαντική πόλη, που δεν γνωρίζουμε το όνομά της, η οποία βρισκόταν στην τοποθεσία «Μπούτες» ή «Πούτεσι», απέναντι απ’ το χωριό Χάλαρα, προς την πλευρά του Αγίου Αντωνίου. Οι φιλόχριστοι κάτοικοι αυτής της πόλης είχαν κτίσει αρκετούς ιερούς ναούς εντός και πέριξ του οικισμού τους. Ένας απ’ τους εν λόγω ναούς ήταν αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και σωζόταν σχεδόν ακέραιος έως το έτος 1815, στο Νεκροταφείο των Χαλάρων.


    Ο προαναφερόμενος ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου καταστράφηκε κατά το μνημονευόμενο έτος 1815 από Τουρκαλβανούς επιδρομείς. Αμέσως όμως, οι ευσεβέστατοι κάτοικοι των Χαλάρων ανήγειραν επάνω στα ερείπιά του έναν άλλον ναό, που τον διακόσμησαν με υπέροχες τοιχογραφίες και φορητές εικόνες. Απ’ τον προϋπάρχοντα ναό διασώθηκαν μόνον οι πήλινες πλάκες του δαπέδου του και οι κυκλικές βάσεις των ξύλινων κιόνων, που χώριζαν τον κυρίως ναό σε τρία κλίτη.

Η κτητορική επιγραφή του δεύτερου, του μεταβυζαντινού ναού, είχε ως εξής, σύμφωνα με τον αείμνηστο Παντελή Τσαμίση, που πρόλαβε και την κατέγραψε πριν το έτος 1949:

« Ανιστορήθη και εκαλλωπίσθη ο ναός ούτος της εν Αγίοις Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, διά συνδρομής και κόπου και εξόδων και δαπάναις του αιδεσιμωτάτου Παπά Ιωάννου και των τιμιωτάτων Δημητρίου, Αγγελή, Τραγιάννη. Εθεμελιώθη διά χειρός Αναστασίου Κωνσταντίνου εκ Μεγαρόβου, 1815.»


    Ο εν λόγω δεύτερος ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ήταν, δυστυχώς, πρόχειρα κατασκευασμένος, με πέτρες και ωμούς πλίνθους και γι’ αυτό, κατά την περίοδο του Ανταρτοπολέμου (1946 – 1949), κατέπεσε η στέγη του και ο νότιος τοίχος του μαζί με τις επ’ αυτού υπάρχουσες τοιχογραφίες. Μετά απ’ αυτήν τη μερική καταστροφή του, η αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία έδειξε – πριν αρκετά χρόνια – κάποιο σχετικό ενδιαφέρον, διενήργησε εντός του ολιγοήμερες ανασκαφές, τοποθέτησε μία πρόχειρη σκεπή κι έκτοτε τον εγκατέλειψε στην τύχη του.

Σήμερα, οι ευσεβείς προσκυνητές και οι αρχαιόφιλοι επισκέπτες του αναφερόμενου μνημείου αντικρίζουν με θλίψη τις μισοκατεστραμμένες αγιογραφίες του, θαυμάζουν την ανθρωπόμορφη τοιχογραφία της αγίας Τριάδος, που βρίσκεται στο αέτωμα του αγίου Βήματος, παρατηρούν με έκπληξη τα δοχεία αντήχησης που είναι ενσωματωμένα στους τοίχους του κι εύχονται, να ευαισθητοποιηθούν επιτέλους οι αρμόδιες εκκλησιαστικές και πολιτικές Αρχές και να διασώσουν ό,τι μπορεί να διασωθεί απ’ τον εν λόγω ναό.

Σημείωση. Βλέπε επίσης για τον εξεταζόμενο ναό των Χαλάρων:

https://fos-kastoria.blogspot.com/2019/12/1815.html










Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Το αξιόλογο ιστορικό Αρχείο του Γερμανιώτη Μακεδονομάχου Στέργιου Μίσιου (1855 – 1938)

 

Καραμπάτη Γ. Περσεφόνη, Κοινωνικές ανακατατάξεις στη Δυτική Μακεδονία κατά το Μακεδονικό Αγώνα, μεταπτυχιακή εργασία, τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φ.Λ.Σ., Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1996, 158 σ. με παράρτημα 111 εγγράφων περί Μακεδονικού Αγώνα.


Η εργασία διερευνά τη στάση των μακεδονικών κοινοτήτων στον εθνικό αγώνα μεταξύ 1904-08, τις αλλαγές στους κόλπους της παραδοσιακής ως τότε κοινωνίας και τις γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, λόγω της εμφάνισης και δράσης των ένοπλων ομάδων στην μακεδονική ύπαιθρο, ως την ενσωμάτωση της περιοχής στο ελληνικό κράτος. Παράδειγμα προς μελέτη αποτελεί η κοινότητα Γέρμα και βάση του υλικού της έρευνας το αρχείο το Στέργιου Μίσιου, προκρίτου του χωριού Γέρμα. Το αρχείο περιλαμβάνει 135 έγγραφα της περιόδου 1791 - 1923. Το υλικό διακρίνεται σε τέσσερεις ενότητες : α) I) κρατικά οθωμανικά έγγραφα - ταυτότητες των αρχών 20ου αι. ii) ιδιωτικά συμφωνητικά, πωλητήρια και ομολογίες της περιόδου 1791-1923, β) χειρόγραφα, επιστολές, αποδείξεις εξόδων και πληρωμών της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα, γ) έγγραφα που αφορούν τις πολεμικές επιχειρήσεις του 1912 και δ) δύο ιδιωτικές επιστολές του 1914 και 1916. Τα περισσότερα έγγραφα του αρχείου αφορούν τη ζωή των απλών κατοίκων του Γέρμα στο πλαίσιο του θεσμού της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, τη διασάλευση της παραδοσιακής τάξης στην κοινότητα από την εμφάνιση των ανταρτών του Μακεδονικού Αγώνα και τις συνέπειες που έφεραν οι παρεμβάσεις τους στον κοινοτικό θεσμό στη διάρκεια των περιόδων 1904 - 08 και 1912 - 13. Τα τρία πρώτα κεφάλαια της εργασίας παρουσιάζουν την οργάνωση της κοινοτικής ζωής και δράσης στη Μακεδονία, τους παραδοσιακούς φορείς της εξουσίας (κοινοτικοί και εκκλησιαστικοί άρχοντες, ληστές), τις μεταβολές στο διοικητικό μηχανισμό με την εμφάνιση και τη δράση των ένοπλων σωμάτων και την οργάνωση του αγώνα (Μακεδονικό Κομιτάτο, Προξενεία Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης, αρχηγοί του Αγώνα και των σωμάτων), τις σχέσεις μεταξύ στρατιωτικών και καπεταναίων ή των οπλαρχηγών και των προυχόντων, τις τοπικές ισορροπίες και τις κομματικές αντιπαλότητες. Το τέταρτο κεφάλαιο αποτελεί την ανάπτυξη του σχετικού παραδείγματος της κοινότητας Γέρμα.


Σημείωση. Βλέπε για τον Στέργιο Μίσιο :

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82







Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Οι Τρεις Ιεράρχες εικονιζόμενοι ως Μοναχοί {+30 Ιανουαρίου}. Πρωτότυπη παράστασή τους σε ναό της Καστοριάς {16ος αιών}.

 

Κείμενο του Γιώργου Τ. Αλεξίου.


    Οι Τρεις μεγάλοι Ιεράρχες, και επιφανείς άγιοι, και θεολόγοι της Εκκλησίας μας, και οικουμενικοί διδάσκαλοι, Ιωάννης ο Χρυσόστομος (349 - 407), Βασίλειος ο Μέγας (330 - 379) και Γηγόριος ο Θεολόγος (329 - 390), είναι και λογίζονται ως οι
προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών τής Ορθόδοξης πατρίδας μας. Οι δύο πρώτοι εξ αυτών των τριών αγίων, δηλαδή ο Πατριάρχης Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Επίσκοπος Καισαρείας Μέγας Βασίλειος, πριν λάβουν το ιερατικό και το αρχιερατικό τους αξίωμα υπήρξαν κι έζησαν μερικά χρόνια ως Μοναχοί, ο δε τρίτος εξ αυτών, ο Πατριάρχης άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, έζησε λίγο καιρό ως Μοναχός και συνασκήτεψε με τον αδελφικό του φίλο Μέγα Βασίλειο.


Ο καθένας απ' αυτούς τους τρεις μεγάλους αγίους εορτάζει ξεχωριστά σε συγκεκριμένη ημερομηνία, εορτάζουν όμως και όλοι μαζί στις 30 Ιανουαρίου εκάστου έτους. Κατ' ανάλογο τρόπο, αυτοί οι Τρεις άγιοι Ιεράρχες εικονίζονται σε φορητές εικόνες και τοιχογραφίες ο καθένας μόνος του, αλλά και όλοι μαζί ως τριάδα αγίων.

Οι αναφερόμενοι Τρεις Ιεράρχες σε όλες σχεδόν τις υπάρχουσες εικονίσεις τους, που βεβαίως είναι πάμπολλες, παρουσιάζονται ενδεδυμένοι με τα αρχιερατικά τους άμφια. Τέτοιες απεικονίσεις υπάρχουν σε όλους τους ιερούς ναούς της πατρίδας μας, καθώς και στα πλείστα των σχολείων της και σε αρκετά εικονοστάσια οικιών αυτής. Στην πόλη τής Καστοριάς όμως, και πιο συγκεκριμένα στο βυζαντινό ναό του Αγίου Γεωργίου του Βουνού (14ος αιών), υπάρχει μία τοιχογραφία τους χρονολογούμενη στον 16ο αιώνα, στην οποία απεικονίζονται με μοναχικό ένδυμα. Η τοιχογραφία αυτή είναι πολύ σημαντική και ενδιαφέρουσα, αφενός μεν για τη σπανιότητά της κι αφετέρου για το φιλομοναχικό πνεύμα που εκφράζει. Σημειωτέον, ότι ο υπόψη ναός τού Αγίου Γεωργίου υπήρξε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καθολικό αστικής ιεράς μονής, και προφανώς γι' αυτό περιέλαβε - περιλαμβάνει την απεικόνιση των τριών Ιεραρχών με την αρχική, την μοναχική τους ιδιότητα.


Δύο φωτογραφίες της θεματικής τοιχογραφίας των Τριών Ιεραρχών ως Μοναχών παρουσιάζονται εδώ.

Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών.

Τους τρεις μεγίστους φωστήρας, της Τρισηλίου Θεότητος, τους την οικουμένην ακτίσι, δογμάτων θείων πυρσεύσαντας· τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας· Βασίλειον τον μέγα, και τον θεολόγον Γρηγόριον, συν τω κλεινώ Ιωάννη, τω την γλώτταν χρυσορρήμονι· πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί, συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν· αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν.

Απόδοση στη Νεοελληνική.

Όλοι όσοι θαυμάζουμε τους λόγους των τριών μεγάλων Φωστήρων της τρισυπόστατης θεότητας, δηλαδή το Μέγα Βασίλειο, το Γρηγόριο το θεολόγο και τον ξακουστό Ιωάννη που το στόμα του έβγαζε χρυσάφι, ας τους τιμήσουμε με ύμνους. Γιατί αυτοί φώτισαν την οικουμένη με θείες διδασκαλίες. Γιατί σαν ποταμοί σοφίας πότισαν όλη την κτίση με τα άγια νερά της θεογνωσίας, και γιατί αυτοί μεσολαβούν και παρακαλούν πάντα την Αγία Τριάδα για μας.


{Η απόδοση του Απολύτίκιου στη Νεοελληνική ελήφθη από το Ιστολόγιο “Πατερικός”}.

Παρατήρηση. Καλόν κι ωφέλιμον θα είναι, όλες οι ιερές μονές της πατρίδας μας να έχουν και από μία τουλάχιστον απεικόνιση των Τριών Ιεραρχών με μοναχική αμφίεση.