Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Η βυζαντινή μονή των Ταξιαρχών στην Κορομηλιά (Σλίβενη) Καστοριάς.


α) Η γεωγραφική θέση, η ανάπτυξη και η ερήμωση της Μονής.

Τα ερείπια της βυζαντινής μονής
Ταξιαρχών Κορομηλιάς.

Η περιοχή της Καστοριάς διέθετε εν λειτουργία, κατά τους χρόνους της ένδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας, αρκετά πολυάνθρωπα και αξιόλογα μοναστήρια. Ένα απ’ τα μοναστήρια αυτά ήταν των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, το οποίο βρισκόταν απέναντι απ’ το σημερινό χωριό της Κορομηλιάς, πλησίον του μεσαιωνικού οικισμού της Άνω Σλίβενης. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω ιερά μονή των Ταξιαρχών ήταν κτισμένη σε απόσταση 4 χιλιομέτρων βορείως της Κορομηλιάς, στην τοποθεσία «Αρματωλός», εντός ή πλησίον ενός ανώνυμου οχυρωματικού οικισμού, που τα ερείπιά του εντοπίστηκαν κι ερευνήθηκαν πριν μερικά χρόνια στο μέσον περίπου της παράπλευρης διαδρομής του φαραγγιού του Λαδοπόταμου, στην κορυφή ενός ομαλού εξάρματος της δυτικής όχθης του. Η θέση του εν λόγω ανώνυμου οικισμού, που καταλάμβανε συνολική έκταση 20 στρεμμάτων περίπου, ήταν και είναι κομβική, καθότι απ’ το σημείο εκείνο διέρχεται η συντομότερη και ασφαλέστερη οδός, που ένωνε ανέκαθεν την περιοχή του Άργους Ορεστικού κι ευρύτερα της νοτίου Ελλάδος με τη Βόρειο Ήπειρο και την Πελαγωνία.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές και οι συναφείς έρευνες, που έγιναν στα ερείπια του συγκεκριμένου οχυρού οικιστικού συνόλου, καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο του, κατέδειξαν, ότι επρόκειτο για ένα εκτεταμένο συγκρότημα κτιρίων (ναός, κελιά, αποθήκες, κ. ά.), που περιβαλλόταν από ισχυρό αμυντικό τείχος. Οι ίδιες ανασκαφές και έρευνες έδειξαν επίσης, ότι το εν λόγω κατοικημένο οχυρό είχε κατά τη μεσαιωνική περίοδο διπλή αποστολή κι εκτελούσε ανάλογη υπηρεσία. Συγκεκριμένα, ήταν πρωτίστως ένα φημισμένο αμυντικό και μοναστικό κέντρο, που προστάτευε τους υπερασπιστές του και τους περίοικους απ’ τους βάρβαρους επιδρομείς και που φώτιζε με την πνευματικότητά του όλους τους κατοίκους της, Άνω Μακεδονίας, ενώ δευτερευόντως αποτελούσε έναν ιδιότυπο εμπορικό σταθμό, που παρείχε βοήθεια και φιλοξενία στους διερχόμενους απ’ εκεί ταξιδιώτες και πραματευτάδες.
Ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Εικόνα
στη μονή Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς.


Οι προαναφερόμενες σημαντικές υπηρεσίες των φρουρών κατοίκων του περιγραφόμενου οικισμού, καθώς και των στελεχών της εκεί μονής των Ταξιαρχών, προς τους προσκυνητές και τους μετακινούμενους εμπόρους, υπήρξαν φυσικά ανταποδοτικές κι ως εκ τούτου συνέβαλαν στην οικονομική τους ενδυνάμωση κι ευρωστία. Ειδικώς το μοναστήρι των Ταξιαρχών κατόρθωσε μ’ αυτόν τον τρόπο (την παροχή ανταποδοτικών υπηρεσιών) ν’ αποκτήσει αξιόλογη περιουσία, κινητή και ακίνητη. Όμως, αυτή η οικονομική του ενδυνάμωση είχε και τ’ αρνητικά της αποτελέσματα. Κατά τη μετέπειτα περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενόχλησε υπερβολικά τους Οθωμανούς κατακτητές κι ενίσχυσε την αρπακτική διάθεση των Τουρκαλβανών ληστών, οι οποίοι κινήθηκαν πολλάκις εναντίον του και κατόρθωσαν περί το έτος 1716, παρά την πείσμωνα αντίσταση των μοναχών του, να το καταστρέψουν ολοκληρωτικά.
Οι περισσότεροι απ’ τους τότε μοναχούς των Ταξιαρχών Σλίβενης κατέφυγαν λίγο πριν την πυρπόληση του μοναστηριού τους στην παρακείμενη και απροσπέλαστη για τους εχθρούς σπηλαιώδη σκήτη του κι έτσι κατόρθωσαν να διασωθούν. Αμέσως μετά χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και ίδρυσαν, κατ’ αντιστοιχία, τα γειτονικά μοναστήρια, του Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς, της Αγίας Παρασκευής Δενδροχωρίου, και των Εισοδίων της Θεοτόκου Βατοχωρίου.

β) Η σπηλαιώδης σκήτη της βυζαντινής μονής των Ταξιαρχών στο φαράγγι της Κορομηλιάς.
Στο κέντρο της κατακόρυφης και απροσπέλαστης επιφάνειας ενός θεόρατου βράχου, που υψώνεται φοβερός στα ριζά του προαναφερόμενου βυζαντινού οχυρού της τοποθεσίας «Αρματωλός» Σλίβενης, εκατό μέτρα περίπου επάνω απ’ την κοίτη του φαραγγιού της Κορομηλιάς, φαντάζει το άνοιγμα μιας ιδιόμορφης σπηλιάς (της εξεταζόμενης). Η σπηλιά αυτή έχει στόμιο μεγάλων διαστάσεων, ύψους 15 μ. και πλάτους 20 μ., περίπου, και διαθέτει εσωτερικόν χώρο με μορφή οριζοντιωμένης καμπυλοειδούς σήραγγας και με απροσδιόριστο εύρος και μήκος (βάθος). Το εν λόγω σπήλαιο έχει εμπρός του ένα εντυπωσιακό και ισχυρότατο τείχος (προτείχισμα) γωνιασμένο στο μέσον του, ύψους 10 μ. και μήκους 15 μ., περίπου. Το τείχος αυτό είναι θεμελιωμένο με ογκώδεις λίθους στο «φρύδι» του βράχου, φέρει στην όψη του δύο παράθυρα (το ένα κλεισμένο με τοίχο) και σώζεται στις ημέρες μας μισοερειπωμένο.
Τα βράχια με τη σπηλαιώδη σκήτη
Ταξιαρχών Κορομηλιάς.
Η γενική εμφάνιση του περιγραφόμενου γωνιασμένου τείχους, με τα δύο παράθυρα, τις γερές ξυλοδεσιές και τις έξι οπές – υποδοχές στηριγμάτων πατώματος κι εξέδρας, δηλώνει, ότι αυτό (το τείχος) αποτελούσε κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, το εξωτερικό τμήμα ενός ιδιόμορφου πανίσχυρου αμυντικού πύργου, όπου ανέβαιναν με βαρούλκο και διέμεναν οι τότε ερημίτες και μοναχοί της περιοχής, για να προφυλαχτούν απ’ τις εκάστοτε επιδρομές αλλοφύλων.
Πίσω ακριβώς απ’ τον περιγραφόμενο πύργο, στα ενδότερα του εξεταζόμενου σπηλαίου, υπάρχει, σύμφωνα με διηγήσεις ηλικιωμένων κατοίκων της Κορομηλιάς, που το επισκέφτηκαν με πολύ μεγάλη δυσκολία και το ερεύνησαν κατά την προπολεμική εποχή, ένας ευρύχωρος σπηλαιώδης ναός με Αγία Τράπεζα, κτιστό τέμπλο, τοιχογραφίες, στασίδια κ.ά.. Εντός του αναφερόμενου ναού βρήκαν οι αναφερόμενοι επισκέπτες του αρκετά παλαιά βιβλία και κειμήλια, τα οποία παρέδωσαν αυθωρεί σε δάσκαλο της περιοχής κι έκτοτε αγνοείται το είδος και η τύχη αυτών (των βιβλίων και κειμηλίων).
Ο βυζαντινός πύργος στη σπηλαιώδη
σκήτη των Ταξιαρχών.
Η ταυτόχωρη παρουσία του εξεταζόμενου σπηλαιώδους ναού της Κορομηλιάς και του προκείμενού του πύργου μας οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι το εν λόγω μοναστικό συγκρότημα αποτελούσε κατά το μακραίωνο χριστιανικό παρελθόν μία ανάλογη σκήτη (: παράρτημα Μονής), η οποία ανήκε αρχικά (απ’ το απροσδιόριστο έτος κτίσεώς τους κι έως το 1716) στο μοναστήρι των Ταξιαρχών Άνω Σλίβενης και αργότερα (απ’ το 1716 και ως το 1905) στην ιερά μονή Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς, που το διαδέχτηκε.
Σήμερα, η παρουσιαζόμενη καταπληκτική και μνημειώδης σκήτη των βυζαντινών χρόνων, με τον τοιχογραφημένο σπηλαιώδη ναό και το ισχυρό προτείχισμα, κινδυνεύει με ολοκληρωτική καταστροφή, καθότι μένει απρόσιτη και ασυντήρητη απ’ το 1905, έτος πυρπόλησης και καταστροφής της μονής του Αγίου Νικολάου Σλίβενης, που τη λειτουργούσε και τη συντηρούσε.

γ) Οι πηγές ύδατος των Ταξιαρχών Κορομηλιάς.
Στο μεσοδιάστημα, περίπου, της βαθιάς χαράδρας του Λιβαδοπόταμου, που διακρίνεται για τη μοναδική και «άγρια» ομορφιά της, κάτω ακριβώς απ’ τη σπηλαιώδη βυζαντινή σκήτη των Ταξιαρχών Κορομηλιάς, εκρέουν γάργαρα ύδατα σε μεγάλες ποσότητες, αμείωτες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Οι πηγές των εν λόγω υδάτων βρίσκονται εκατέρωθεν της κοίτης του ποταμού, στα ριζά των πανύψηλων και απόκρημνων βράχων, οι οποίοι την ορίζουν και την πλαισιώνουν. Απ’ αυτές τις πλουσιοπάροχες πηγές υδρεύεται ικανώς η πόλη της Καστοριάς, καθώς και αρκετά χωριά της γύρω περιοχής, όπως η Μεσοποταμία, η Κολοκυνθού, η Λεύκη κ. ά.
Ο λόφος με τα ερείπια της
μονής Ταξιαρχών Κορομηλιάς.
Η αέναη εκροή του άφθονου ύδατος των αναφερόμενων κεφαλόβρυσων απ’ τις βραχοσπηλιές του Λαδοπόταμου, και πιο συγκεκριμένα, απ’ τα έγκατα της φρουριακής σκήτης των Ταξιαρχών, προκαλεί εύλογα το δέος και το θαυμασμό των εκεί επισκεπτών και θυμίζει στους ευσεβέστερους εξ αυτών «το εν Χώναις θαύμα του αρχαγγέλου Μιχαήλ». Ως γνωστόν και σύμφωνα με το Συναξαριστή, ο Ταξιάρχης των ουρανίων Δυνάμεων Μιχαήλ παρουσιάστηκε θαυματουργικώς κατά τον 3ο αιώνα στις Κολοσσές (Χώνες) της Μικράς Ασίας κι έσωσε απ’ τα ορμητικά νερά δύο ποταμών τον επί τόπου ευρισκόμενο ναό του, που περιέκλειε εντός του έναν μεγάλο βράχο, απ’ όπου ανάβλυζε αγιαστικό και ιαματικό ύδωρ (Αγίασμα). Έκτοτε οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και Καθολικοί, εις ανάμνηση του εν λόγω θαύματος, συνηθίζουν να οικοδομούν τους ναούς των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ επάνω σε απόκρημνους βράχους και κοντά σε σπηλαιώδη βάραθρα και νερομάνες. Στην περιοχή της Καστοριάς ναοί των Ταξιαρχών αυτής της κατηγορίας, δηλαδή κτισμένοι σε βραχώδη εδάφη και υπερκείμενοι σπηλαίων και πηγών, είναι βεβαίως ο αναφερόμενος της κορομηλιώτικης σκήτης, κι επίσης, το καθολικό της ιεράς μονής Τσούκας – Αγίας Άννας Νεστορίου, καθώς και ο ερειπωμένος σήμερα ομώνυμος ναός του Δισπηλιού.

Η ιερά μονή Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς,
 "διάδοχος" του μοναστηριού των Ταξιαρχών.



(Απ’ το βιβλίο τού Γεωργίου Τ. Αλεξίου, Ιερά μονή Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς (Σλίβενης) Καστοριάς, έκδοση Ποντιακού Πολιτιστικού Συλλόγου Κορομηλιάς «Η Τραπεζούντα», Καστοριά 2005).

Το καθολικό της ιεράς μονής
Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς.


Ο Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Γιοβανόπουλος (+ 1905),
Ηγούμενος της μονής Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς.


Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος,
 στην ιερά μονή Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς.


Το Αρχονταρίκι στο μοναστήρι
Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς.



Απόγονοι Μακεδονομάχων στο μοναστήρι
Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς.


Η σπηλαιώδης σκήτη των Ταξιαρχών.


Οι πηγές κάτωθεν της σκήτης των Ταξιαρχών.


Ο Γιώργος Αλεξίου στην περιοχή της σκήτης των Ταξιαρχών.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Οι δύο ιεροί ναοί των Ταξιαρχών στο Νεστόριο Καστοριάς (+ 8 Νοεμβρίου).


Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ.
Εικόνα Νεστορίου
(18ος αιών;)


Οι φιλόχριστοι κάτοικοι του Νεστορίου Καστοριάς σέβονται πολύ και τιμούν ιδιαίτερα, από παλαιοτάτων χρόνων, τους δύο παμμεγίστους Ταξιάρχες των Ουρανίων Δυνάμεων, Μιχαήλ και Γαβριήλ. Χαρακτηριστική απόδειξη της εν λόγω μεγάλης εκτίμησης που έχουν οι Νεστορίτες προς τα σεπτά πρόσωπα των αναφερόμενων Αρχαγγέλων αποτελούν οι δύο ναοί των Ταξιαρχών, που βρίσκονται και κοσμούν τον οικισμό του Άνω Νεστορίου. Οι ναοί αυτοί παρουσιάζονται σε γενικές γραμμές αμέσως παρακάτω:
i)   Ο ενοριακός ναός των Ταξιαρχών.
Στο ΝΔ άκρο της κεντρικής πλατείας του Άνω Νεστορίου, υψώνεται επιβλητική και μεγαλοπρεπής η εκκλησία των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, που αποτελεί τον ενοριακό ναό της αναφερόμενης Κωμόπολης. Ο εν λόγω ναός ανεγέρθηκε το έτος 1858 από άριστους Νεστορίτες οικοδόμους, στη θέση παλαιότερου (βυζαντινού;) ναού. Ως προς τον αρχιτεκτονικό του ρυθμό, είναι μία τρίκλιτη κεραμοσκέπαστη βασιλική, σχετικώς μεγάλων διαστάσεων, που οικοδομήθηκε εξ ολοκλήρου με λίθους της περιοχής, επιμελώς κατεργασμένους.
Η στέγη του ναού παρουσιάζει μία κατασκευαστική πρωτοτυπία, που τον καθιστά, ως προς αυτήν, μοναδικόν ίσως στην Ελλάδα και προκαλεί για τούτο το έντονο ενδιαφέρον των Αρχιτεκτόνων και το θαυμασμό των Εκκλησιαζόμενων. Συγκεκριμένα, η οροφή του καθενός απ’ τα δύο πλαϊνά κλίτη της ναοδομής απαρτίζεται από έξι (6) μικρούς τρούλους, που είναι τοποθετημένοι σε διαμήκη σειρά. Οι τρουλίσκοι αυτοί, καθώς και η καμάρα της οροφής του κεντρικού κλίτους, καλύπτονται απ’ τη δίρριχτη κεραμοσκεπή του ναού.
Ο μεγαλοπρεπής ναός των Ταξιαρχών
στο Άνω Νεστόριο
.
Εσωτερικά ο παρουσιαζόμενος ενοριακός ναός έχει ένα υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο με ωραίες εικόνες του 19ου αιώνα. Διαθέτει επίσης δύο ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια, εκ των οποίων το ένα, το δεξιό ως προς τον Θεατή, έχει στην όψη του και προβάλλει την πανέμορφη λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου, που φέρει την επωνυμία «Η παναγιά η Βλάχα», επειδή είναι δημιουργία αξιόλογου αγιογράφου του 16ου αιώνα, που καταγόταν απ’ τη βλάχικη κωμόπολη του Λινοτοπίου απ’ όπου και μεταφέρθηκε (η εικόνα) στο Νεστόριο.
Ο εξεταζόμενος ναός των Ταξιαρχών κατείχε έως το έτος 1950 περίπου έναν εκκλησιαστικό και αρχαιολογικό θησαυρό, που προανήκε πιθανότατα στον εκεί προϋπάρχοντα ομώνυμο (βυζαντινό;) ναό, και που δυστυχώς είναι σήμερα χαμένος (ο θησαυρός). Πρόκειται για το ξύλινο λατρευτικό άγαλμα (ξόανο) του αγίου Γεωργίου των βυζαντινών χρόνων, που ομοίαζε κάπως με το φημισμένο ξόανο του ίδιου Αγίου, το οποίο φυλάσσεται στον ομώνυμο ναό της Ομορφοκκλησιάς και προσελκύει, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, μεγάλο πλήθος πιστών Για το εν λόγω εκκλησιαστικό κειμήλιο του Νεστορίου, αναφέρει τα εξής στο βιβλίο του «Καστοριά» ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης Παντελής Τσαμίσης, που το είδε και το μελέτησε προπολεμικώς:
Ο  οικισμός Άνω  Νεστόριο Καστοριάς.
«Εις τους Ταξιάρχας του Νεστορίου εύρομεν το ξόανον του Αγίου Γεωργίου 2,15 Χ 0,50 μ.. Έχει μικράν ομοιότητα προς το της Ωμορφοκκλησιάς. Άνευ χειρών και Προσώπου. Διακρίνονται ολίγον τα ώτα και η κόμη. Από της οσφύος είναι το επικάλυμμα φθάνον μέχρι των γονάτων εις μήκος 0,38 μ.. Εις τους πόδας διακρίνομεν τα πέδιλα. Το ξύλον φαίνεται καθαρόν εκ Καρύας».
ii) Το αστικό παρεκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Στο Άνω Νεστόριο, εντός του οικισμού και πλησίον του ενοριακού ναού των Ταξιαρχών, βρίσκεται το μικρό παρεκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το εν λόγω εκκλησάκι οικοδομήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, στη θέση παλαιότερού του ομώνυμου ναού, που αποτελούσε Μετόχι της Ιεράς Μονής Αγίου Ζαχαρία Γράμμου (16ος αι.) και που καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ο σημερινός μικρός ναός είναι σκεπασμένος με σχιστόπλακες κοσμείται δε στο εσωτερικό του με ωραίες φορητές εικόνες έτους 1930, του φημισμένου Καστοριανού αγιογράφου Αθανασίου Παναγιώτου Ζωγράφου.

(Παρουσίαση: Γιώργος Τ. Αλεξίου).

Ο ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ
στο Άνω Νεστόριο.


Το τέμπλο στο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ,
Νεστορίου.


Το Σεπτό Στρατιωτικό Νεκροταφείο Νεστορίου
με τους χιλιάδες τάφους ηρώων στρατιωτών μας,
που έπεσαν υπέρ πατρίδος κατά τον περίοδο 1946 - 49. 


Χιλιάδες τάφοι γενναίων στρατιωτών μας στο Νεστόριο.
Έπεσαν για τη Δημοκρατία και την ελευθερία της πατρίδος
στο θρυλικό βουνό Γράμμος. Αιωνία η μνήμη των παλικαριών.



Η Ωραία Πύλη στο τέμπλο του Ταξιάρχη Μιχαήλ.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Ο αναστυλωμένος ναός του Αγίου Χριστοφόρου στην Άνω Λεύκη Καστοριάς.



Στίχοι.
«Χριστοφόρον αφ’ ου ίδης,
ύστερ’ ασφαλής βαδίζεις».

Ο άγιος Χριστόφορος.
Εικόνα στην Κάτω Λεύκη.
Το όμορφο χωριό Λεύκη του Νομού Καστοριάς βρίσκεται σε απόσταση 10 χιλιομέτρων περίπου από την πόλη Καστοριά. Κατοικείται από 700 γηγενείς Έλληνες Μακεδόνες, που είναι άνθρωποι εργατικοί και τίμιοι, άριστοι πατριώτες κι ευσεβείς χριστιανοί.
Παλαιότερα η Λεύκη αποτελείτο από δύο οικισμούς, την Άνω Λεύκη, της οποίας ο ενοριακός ναός είχε πάτρωνα τον άγιο Χριστοφόρο, και την Κάτω Λεύκη, που ο ενοριακός της ναός ήταν και είναι αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα.
Κατά την πενταετία 1955 – 1960, οι κάτοικοι της Άνω Λεύκης εγκατέλειψαν τα σπίτια τους κι εγκαταστάθηκαν στην πλησίστια Κάτω Λεύκη. Δυστυχώς τότε, μαζί με τις οικίες τους εγκατέλειψαν και τον μεγάλο ναό του Αγίου Χριστοφόρου, με αποτέλεσμα αυτός να ερειπωθεί στο επόμενο χρονικό διάστημα.
Όμως, πριν δύο – τρία έτη, ο άξιος εφημέριος της Λεύκης, καθώς και τα δραστήρια μέλη του οικείου Πολιτιστικού Συλλόγου, και γενικά όλοι οι κάτοικοι του χωριού, πήραν την απόφαση να αναστυλώσουν τον εν λόγω ναό του Αγίου Χριστοφόρου και την υλοποίησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι λοιπόν, στερέωσαν τους τοίχους του, έφτιαξαν νέα σκεπή, έβαλαν πόρτες και παράθυρα, και τοποθέτησαν εντός του ωραίο τέμπλο και αρκετές ιερές εικόνες. Τώρα προχωρούν στην διαμόρφωση τού περιβάλλοντοςχώρου του και στον γενικότερο ευπρεπισμό του.
Ο ναός του Αγίου Χριστοφόρου πριν την αναστύλωσή του.
Τον αναφερόμενο ναό τού αγίου Χριστοφόρου τον επισκέφθηκε αρκετές φορές – πριν, αλλά και μετά την αναστύλωσή του - ο Καστοριανός δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου και τον φωτογράφισε. Μερικές απ’ αυτές τις φωτογραφίες του παρουσιάζονται εδώ, για να τις ιδούν οι αναγνώστες τού παρόντος Ιστολογίου και να εκτιμήσουν κι επαινέσουν το ανάλογο έργο των αγαπητών κατοίκων της Λεύκης.
Το Απολυτίκιο του αγίου Χριστοφόρου. Ήχος δ΄.
Στολαίς ταίς εξ αίματος, ωραϊζόμενος, Κυρίω παρίστασαι, τώ Βασιλεί ουρανών, Χριστοφόρε αοίδιμε, όθεν σύν Ασωμάτων, καί Μαρτύρων χορείαις, άδεις τή τρισαγίω, καί φρικτή μελωδία, διό ταίς ικεσίαις ταίς σαίς, σώζε τούς δούλους σου.
Ο ναός του Αγίου Χριστοφόρου μετά την αναστύλωσή του


Η θύρα του ναού πριν την αναστύλωση.

Η ίδια θύρα μετά την αναστύλωση.


Ο βόρειος τοίχος του ναού πριν την αναστύλωση.

Ο βόρειος τοίχος μετά την αποκατάστασή του.

Η κόγχη του Ιερού όπως ήταν πριν την αναστύλωση.

Η κόγχη του Ιερού όπως είναι τώρα.

Το καμπαναριό όπως ήταν πριν.

Το καμπαναριό όπως είναι τώρα.

Το εσωτερικό του ερειπωμένου ναού.


Η Αποκαθήλωση στην κόγχη της Πρόθεσης.




Ο κομψός ναός του Αγίου Χριστοφόρου στην Κάτω Λεύκη.

Ο άγιος Χριστόφορος με τον Χριστό στον ώμο του.
Σχεδιαστική  παράσταση από τον  Γιώργο Τ. Αλεξίου.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Το μαρτυρικόν τέλος του οσίου Ιακώβου του εκ Καστορίας. 1η Νοεμβρίου 1520.

   Εκ του Βίου του οσίου Ιακώβου.

Ο όσιος Ιάκωβος μεταξύ των μαθητών του
Ιακώβου Διακόνου και Διονυσίου Μοναχού
.
   «… Ο τύραννος (ο Τούρκος Σουλτάνος Σελήμ ο Α΄, 1470 – 1520), εθυμώθη και επρόσταξε να ξύσουν τας σάρκας του οσίου Ιακώβου και των μαθητών αυτού Ιακώβου Διακόνου και Διονυσίου Μοναχού με σιδηρά ονύχια. Και είπεν, ανίσως κάμουν το πρόσταγμά μου και αρνηθούν τον Χριστόν, να ελευθερωθούν από τας παιδείας, ειδέ να παιδευθούν. Λέγοντες αυτά άρχισαν οι τζελάτηδες (: αιμοσταγείς δήμιοι), και άλλος εξούσε τας σάρκας των αγίων, άλλος έκρουε τας σαγόνας των, και άλλος εβάστα κρέας και ηνάγκαζε τους αγίους να φάγουν, ηξεύροντες ότι οι μοναχοί δεν τρώγουν κρέας. Τόσον τους εβασάνισαν οι κατηραμένοι, ώστε η γη όπου έστεκον οι μάρτυρες εκοκκίνισεν από το αίμα τους. Ο τύραννος εθαρρούσε πως θέλουν φοβηθή τας παιδείας, να γυρίσουν εις την πίστιν του. Οι άγιοι όμως, όντες στερεοί και ανδρείοι εις την ψυχήν και έτσι πικρώς βασανίζαμενοι, καθόλου δεν ήκουσαν τας φλυαρίας του, αμή ασύγκριτος περισσότερον αγαπούσαν εκείνα τα καλά, ήτοι τον παράδεισον, παρά ταύτα τα γήινα. Διά τούτο υπέμειναν και τας παιδείας με χαράν, ελπίζοντες με αυτάς ν’ απολαύσουν την λαμπρότητα των δικαίων και την αδάπανον τροφήν, καθώς και την απήλαυσαν. Οι τζελάτηδες εκουράσθησαν και είπαν του τυράννου το αμετάθετον των αγίων.
   Εκείνος επρόσταξε να τους φυλακίσουν, να τους φέρη και εις άλλην εξέτασιν. Ύστερα από τρεις ημέρας καθήσας εις το κριτήριον, επρόσταξε και έφεραν τους αθλητάς έμπροσθέν του. Είπε τότε τους βασανιστάς να βγάλουν λουρία από τα βυζία τού τρισολβίου γέροντος έν ταις πλάταις και έως τους νεφρούς και να βάλουν και ξύδι εις τας πληγάς και πάλιν να τους φυλακίσουν, διά να στοχασθή πικρότερα βάσανα. Ύστερα από ολίγας ημέρας τους έφερε πάλιν εις το κριτήριον. Τούς είδε και ήταν χαρούμενοι και είχαν τας παιδείας διά χαράν και αγαλλίασιν και γλυκύτατον ξεφάντωμα και τους εκαταγελούσαν. Τότε επρόσταξε να κατασχίσουν με σιδηρά ονύχια τους τίμιους πόδας τους, να κατακαίουν τας πληγάς τους με λαμπάδες και να τις τρίβουν κατόπιν, με τρίχινα πανιά, χωρίς λύπην. Ωσάν ετελείωσε και αυτή η παιδεά καί άλλαι πολλαί, όπου έγιναν εις διάστημα δέκα επτά ημερών, τότε απεφάσισεν ο κατηραμένος και αλιτήριος να τους κρεμάσουν!

Η Καστοριά, η επίγεια πατρίδα
του οσίου Ιακώβου
.
    Λαβόντες οι φονείς τους μάρτυρας της αληθείας, τους έφεραν εις τον τόπον της καταδίκης και της τελειώσεως! Και ο μεν όσιος (ώ του θύματος) περιπατώντας ήλθεν εκεί, όπου δεν είχε κρέας εις τους πόδας του, αμή ήτον τα κόκκαλα γυμνά. Τούτο ιδόντες οι άνθρωποι όλοι εθαύμασαν. Οι δέ άλλοι δύο εβαστάζοντο υπ’ ανθρώπων, διότι δεν ημπορούσαν να περιπατήσουν από τας πολλάς παιδείας. Καθώς έφθασαν εις τον τόπον της τελειώσεως εζήτησεν ο όσιος καιρόν να προσευχηθή, αλλ’ οι Τζελάτηδες του είπαν, καθώς θέλεις έτσι κάμε. Τότε ο άγιος λαβών τον Διάκονον, τον έστησεν εκ δεξιών και τον άλλον εξ αριστερών. Και τους λέγει: «ώ τέκνα μου, καιρός είναι να υπάγωμεν προς τον ποθούμενον Χριστόν, διά τον οποίον και τας παιδείας υπομείναμεν. Ας προσευχηθώμεν, λοιπόν, και διά τον κόσμον και διά την Εκκλησίαν, ευχαριστούντες τον Κύριον, διότι μας ελευθέρωσεν από τούτον τον μάταιον κόσμον, και μας κατηξίωσε της ατελευτήτου βασιλείας του κληρονόμους. Ταύτα είπε, και ευθύς χείρας και όμματα υψώσας εις τον ουρανόν, προσηύξατο με τους άλλους δύο. Εκ τρίτου δε επί την γην πεσόντες και προσκυνήσαντες τον Κύριον, τον ηύχαρίστουν, διότι τους ηξίωσεν εις το μαρτύριον. Τότε έβγαλεν από τον κόρφον του ο όσιος τρεις μερίδες αχράντων μυστηρίων. Έδωκε την μίαν εις τον Διάκονον και την άλλην εις τον Διονύσιον και αυτός την τρίτην μερίδα μετέλαβε. Χείρας δε και όμματα υψώσας προς τον ουρανόν, με μεγάλην φωνήν είπε: «Κύριε, εις χείρας σου παραδίδωμι το πνεύμα μου». Και με χαριέστατον πρόσωπον παρέδωκε το πνεύμα, πεσών νενεκρωμένος.
Η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου στο Άγιον Όρος,
την οποία ίδρυσε ο όσιος Ιάκωβος ο εκ Καστορίας.
   Ειδόντες δε οι δήμιοι το γενόμενον και ο λαός όστις έστεκεν εκεί εθαύμασαν! Τότε επήγεν ένας στρατιώτης και είπεν εις τον βασιλέα το γενόμενον. Ο δε τύραννος είπεν, ότι και νεκρόν το σώμα να το κρεμάσουν. Τους δε μαθητάς του τον ένα εκ δεξιών και τον άλλον εξ αριστερών. Έτσι και αυτοί οι μακάριοι παρέδωκαν το πνεύμα τω Κυρίω.
   Ούτω λοιπόν ετελείωσαν οι καλλίνικοι Οσιομάρτυρες την 1ην του Νοεμβρίου μηνός, κατά το έτος 1520.

   Τα δε τίμια αυτών λείψανα κάποιοι χριστιανοί τα ηγόρασαν και τα έφεραν εις μίαν χώραν έξω της πόλεως τρία μίλια, ονομαζομένην Αρβανιτοχώριον. εκεί κατέθεσαν αυτά χωριστά καθ’ έν εις τόπον και μνημείον. Τον δέ θείον Ιάκωβον εν τω μέσω των δύο μαθητών. Με την πρέπουσαν τιμήν, ευλάβειαν, και σέβας τους εκήδευσαν, εις δόξαν του παντάνακτος θεού. Εις πάσαν επίσημον εορτήν και Κυριακήν εφαίνετο φώς εις τα μνήματά των κατεβαίνον από τον ουρανόν. Αυτό το φώς όχι μόνον ένας, ή δύο το έβλεπον, αμή και όσοι εκατοικούσαν εις εκείνην την χώραν, έως ότου επάρθησαν τα τίμια λείψανα απ’ εκεί από τους μαθητάς του οσίου. Και ταύτα μεν περί της τελειώσεως του τρισμάκαρος και τρισολβίου πατρός ημών Ιακώβου, και των συν αυτώ μαρτυρησάντων».

Η μονή του Τιμίου Προδρόμου Δερβέκιστας
Αιτωλοακαρνανίας, όπου μόνασε ο όσιος Ιάκωβος.
    (Από τον Βίον του Οσίου Ιακώβου, που εγράφη υπό τινος Ανωνύμου κατά τον 16ον αιώνα. Εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1991, σελ. 62-65).

  ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Τον όσιο Ιάκωβο κατήγγειλε και παρέδωσε στους Τούρκους «ο Αρχιερέας (!) της ιδίας επαρχίας, ο Άρτης Ακάκιος ονομαζόμενος, αλλά παγκάκιστον έχοντα τον τρόπον» (ό.π. σελ. 50).


Βιβλιδάριο με τον Βίον
του οσίου Ιακώβου.


Επίτιτλη παράσταση του οσίου Ιακώβου
σε εφημερίδα του Γέρμα Καστοριάς.


Βιβλίο, στο οποίο εμπεριέχεται και ο Βίος
του οσίου Ιακώβου του εκ Καστορίας.


Η Καστοριά στον κόρφο της Παναγίας.

Ο αιμοβόρος Σουλτάνος Σελήμ ο Α΄,
ο δήμιος του οσίου Ιακώβου και των δύο μαθητών του.



Παράσταση του οσίου Ιακώβου