Ακολούθως, παρουσιάζονται με τη σειρά οκτώ τροπάρια τής εορτής Σαββάτου του Λαζάρου, διττώς, στο βυζαντινό τους κείμενο και στη νεοελληνική του απόδοση.
Ωδὴ στ’. . Ήχος α'.
1)
Ηρώτησας·
πού είμι, ο πάντα γινώσκων, εδάκρυσάς με Σωτήρ, ως άνθρωπος φύσει, και ήγειράς
με νεκρόν, τω προστάγματί σου.
1α) Ρώτησες,
Χριστέ, πού βρίσκομαι, εσύ που όλα τα γνωρίζεις, δάκρυσες για εμένα Σωτήρα, καθότι
έχεις και ανθρώπινη φύση, και μ’ ανέστησες με το πρόσταγμά Σου, ενώ ήμουν
νεκρός.
2)
Εφώνησάς
με εξ Άδου, Σωτὴρ κατωτάτου, βοά Λάζαρος, προς σε τον λύτην του Άδου, και ήγειράς
με νεκρόν, τω προστάγματί σου.
2α) Με
ανακάλεσες απ’ τον Άδη τον κατώτατο, Σωτήρα, φωνάζει ο Λάζαρος προς εσένα τον χαλαστή
τού Άδη, και με ανέστησες με το πρόσταγμά σου, ενώ ήμουν νεκρός,
3) Ενέδυσάς με Σωτήρ, το πήλινον σώμα, και έπνευσάς μοι ζωήν, και είδον το φως σου, και ήγειράς με νεκρόν, τω προστάγματί σου.
3α) Με
έντυσες, Σωτήρα, το πήλινο σώμα και φύσηξες σ’ εμένα ζωή και είδα το φως σου και
με σήκωσες όρθιο με το πρόσταγμά σου, ενώ ήμουν νεκρός.
4)
Εψύχωσας
συ, την άπνουν μορφήν τής σαρκός μου, συνέσφιγξάς με Σωτήρ, οστέοις και νεύροις,
και ήγειράς με νεκρόν, τω προστάγματί σου.
4α) Έδωσες
εσύ ψυχή στη νεκρή μορφή τής σάρκας μου, συνέσφιξες, Σωτήρα, τα οστά και τα
νεύρα μου, και με σήκωσες με το πρόσταγμά σου ενώ ήμουν
νεκρός.
5)
Την
παμφάγον διαρρήξας, γαστέρα του Άδη, εξήρπασάς με Σωτήρ, τη ση δυναστείᾳ, και ήγειράς
με νεκρόν, τω προστάγματί σου.
5α) Αφού
διέρρηξες την παμφάγο κοιλιά τού Άδη με ανέσυρες Σωτήρα και με τοποθέτησες στο
βασίλειό σου και με σήκωσες όρθιο με το πρόσταγμά σου, ενώ ήμουν νεκρός
Ωδή ζ΄. Ήχος α'.
6) Παρακαλώ
σε Λάζαρε, φησίν, ανάστηθι, έξελθε των κλείθρων μου ταχύ, άπιθι ουν· καλόν μοι
γαρ ένα θρηνήσαι, πικρώς αφαιρούμενον, παρά πάντας ούς πριν, πεινών κατέπιον.
6α) Σε
παρακαλώ Λάζαρε, είπε ο Άδης, σήκω γρήγορα και βγες
έξω από την κλειδωμένη φυλακή μου, φύγε λοιπόν, διότι είναι καλύτερο για μένα
να κλάψω έναν νεκρό που μου τον αφαιρούν και πικραίνομαι, παρά όλους τους νεκρούς
που κατάπια όταν πεινούσα.
7) Και τί βραδύνεις Λάζαρε; φησίν, ο
φίλος σου, δεῦρο ἔξω κράζει ἑστηκώς· ἔξελθε οὖν, ἵνα κᾀγὼ ἄνεσιν λάβω· ἀφ' οὗ
γάρ σε ἔφαγον, εἰς ἐμετὸν ἡ τροφή, ἀντικατέστη μοι.,
7α) Γιατί
καθυστερείς να βγεις, Λάζαρε; είπε ο Άδης, ο φίλος σου (ο Χριστός), στέκεται όρθιος
και φωνάζει έλα έξω,
βγες επιτέλους για να ηρεμήσω κι εγώ, εφόσον από τότε που σε έφαγα, η τροφή μου
μεταβλήθηκε σε εμετό.
8) Τί
ουκ εγείρῃ Λάζαρε ταχύ; ανέκραζε, κάτωθεν ο Άδης θρηνωδών, τί ουκ ευθύς, εξαναστάς
τρέχεις των ώδε; ίνα μη και άλλους μοι, αιχμαλωτίσῃ Χριστός εξαναστήσας σε.
8α) Γιατί,
Λάζαρε, δεν σηκώνεσαι γρήγορα; Κραύγαζε από τον κάτω κόσμο ο Άδης θρηνώντας, γιατί
λοιπόν αμέσως μόλις σηκωθείς δεν τρέχεις στους νεκρούς που είναι εδώ; για να μη
παραλάβει και άλλους νεκρούς από εμένα ο Χριστός που ανέστησε εσένα.
Γιώργος Τ. Αλεξίου.






