Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Το αποκριάτικο έθιμο της Καστοριάς ο «χάσκαρης»

Κείμενο του Λουκά Χ. Σιάνου
.
Με το έθιμο της καστοριανής «μπουμπούνας» (μεγάλης αποκριάτικης φωτιάς) σχετίζεται και το έθιμο του «χάσκαρη». Στην πόλη της Καστοριάς και στα χωριά της περιφέρειάς της, μετά το βραδινό αποκράτικο τραπέζι, για γλύκισμα προσφέρνουν τον σπιτίσιο χαλβά, που τον παρασκευάζει η νοικοκυρά του σπιτιού με τις εξής αναλογίες : Ένα μέρος λίπος, δύο μέρη σιμιγδάλι ή καλαμπουκίσιο αλεύρι, τρία ζάχαρη και τέσσερα νερό. Στη συνέχεια αρχίζει ο «χάσκαρης», που γίνεται ως εξής:
Στην άκρη ενός κλώστη (ένα κυλινδρικό ραβδί που μ' αυτό πλάθουν τις πίτες) δένουν μια κλωστή ως μισό μέτρο, και στην άκρη της δένουν ένα ξεφλουδισμένο αυγό, καλά βρασμένο, ή ένα κομμάτι κόραβο χαλβά. Ο αρχηγός του σπιτιού πιάνοντας τον κλώστη από την άλλη άκρη, με μια ελαφρή κίνηση του χεριού του κατευθύνει το δεμένο αυγό με τη σειρά, στο στόμα, σ’ όλα τα μέλη της οικογένειας γύρω απ’ το τραπέζι. Ο καθένας, που σ’ αυτόν προσφέρεται τ’ αυγό με τον κλώστη, προσπαθεί να το χάψει, έχοντας ανοιχτό το στόμα (δηλ. χά­σκοντας). Σε περίπτωση αποτυχίας επαναλαμβάνεται η προσφορά τρεις φορές. Όλοι έχουν γυρισμένα τα μάτια τους σ’ αυτόν που προσπαθεί να χάψει τ' αυγό και κάθε του κίνηση συνοδεύεται με γέ­λια και χαρούμενα ξεφωνητά και με χειροκροτήματα όταν πετύχει το χάψιμο !
Στο τέλος, αφού προσφερθεί ο «χάσκαρης» σ’ όλους (για τον κα­θένα δένουν άλλο αυγό), ο νοικοκύρης του σπιτιού καίει την κλωστή αναφωνώντας, έως ότου καεί όλη, τη λέξη «σιτάρι - σιτάρι - σιτάρι ...» ή άλλη λέξη που σχετίζεται με τα προϊόντα των κτημάτων του ή της δουλειάς του. Είναι μια επίκληση στο Θεό για καλή σοδειά ή καλά κέρδη στο κάθε επάγγελμα.

 ΣΗΜΕΙΩΣΗ  Δες εθιμικό δρώμενο του «Χάσκαρη»:


Αποκριάτικη "μπουμπούνα" στην Καστοριά.

Η Καστοριά στις 16-2-2012,
3 ημέρες πριν τις Απόκριες του 2012.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Το αποκριάτικο όπλο – παιχνίδι «Σιαφ» των παιδιών της παλαιάς Καστοριάς

Το παιδικό όπλο - παιχνίδι "Σιαφ".
Κείμενο του Αποστόλου Δ. Σαχίνη
.
Το «Σιαφ» ήταν ένα αυτοσχέδιο όπλο - παιχνίδι της παιδικής  και της εφηβικής ηλικίας των περασμένων γενεών της Καστοριάς. Είχε σαν πρότυπο το παλαιό εμπροσθογεμές τυφέκιο και το πιστόλι με πυρόλιθο. Η κατασκευή του ήταν εύκολη και γινόταν ως εξής: Σε μία ξύλινη λαβίδα και σε μικρή λακκούβα της δενόταν στερεά με γερό σπάγγο ένας κάλυκας πολεμικού όπλου (τότε "γκρα" ή "μαρτίνι" και από το 1912 "μάϋλιχερ"), που γέμιζε από το στόμιο του με μπαρούτι. Στον κάλυκα άνοιγαν με καρφί μία τρυπίτσα η οποία επικοινωνούσε με το μπαρούτι που βρισκόταν στο εσωτερικό του και ασφαλιζόταν με κερί λιωμένο έως το στόμιό του. Στην τρυπίτσα τοποθετούσαν μία μικρή δόση μπαρούτι το οποίο ονόμαζαν "άγκζότι"[<"έξότι"] (έναυσμα) που σημαίνει εξωτερικό, που προκειμένου να εκπυρσοκροτήσει, έβαζαν φωτιά {φόγκα} με σπίρτο ή με πυρόλιθο ("τσιακμακόπετρα"). Στόχος αυτού του παιχνιδιού - όπλου ήταν ο κρότος που προκαλούσε η εκπυρσοκρότηση και ο οποίος ήταν βαθύς σαν τον ήχο "σιαφ", από όπου πήρε και την ονομασία του. Το "σιαφ" - μίμηση παλαιάς "κουμπούρας"- χρησιμοποιείτο στις "Αποκριές" {Απουκρές}, κατά το παλαιό καστοριανό έθιμο.
.
Αποκριάτικη "μπουμπούνα"
της Καστοριάς
.
Κείμενο της Ιφιγένειας Διδασκάλου
.
Τα αγόρια της Καστοριάς του παλιού εκείνου καιρού, εκτός από τη φροντίδα τους να συγκεντρώνουν τα ξερόκλαδα για τη «Μπουμπούνα» της γειτονιάς τους, ετοίμαζαν και τον αποκριάτικο "οπλισμό" τους, κάτι αυτοσχέδια όπλα, που από τον ιδιότυπο και υπόκωφο κρότο τους τα ’λέγαν "σιαφ", και που σκοπός τους δεν ήταν ο στόχος, αλλά ο κρότος. Κατασκευαστές τους ήταν τα ίδια τ’ αγόρια. Μέρες, λοιπόν, πριν από τη "Μικρή Αποκριά", τρέχανε από ’δώ κι από ’κεί, βρίσκανε κάλυκες από φυσίγγια παλιά, "γκρα" ή "μάουζερ" ή "μαρτίν" κι ύστερα τους γέμιζαν με μπαρούτι. Βάζανε και με­ρικές πετρίτσες και μ’ ένα χοντρό καρφί χώνανε κουρέλια. Στην τρυπίτσα που άφηναν ανοικτή έβαζαν το "αγκζότι" και γεμάτο πια τον κάλυκα τον στερέωναν καλά σε μια μεγάλη σανίδα, αφού πρώτα, μ’ ένα μαχαίρι, βαθούλωναν λίγο το μέρος εκείνο της σανίδας, οπότε στερεώνονταν καλύτερα ο κάλυκας. Για περισσότερη σιγουριά τον έδεναν γερά και σε "σφόρα" - σπάγκο. Έβαζαν φωτιά στο "αγκζότι" που στο λεπτό μεταδίνονταν μέσα στο εσωτερικό του κάλυκα, που ήταν το μπαρούτι και "τσιαφ", εκπυρσοκροτούσε το αυτοσχέδιο τους "σιαφ", προς μεγάλη τους χαρά.
Με το ξημέρωμα της Αποκριάς στην παλιά Καστοριά, λες και γινόταν πόλεμος! Από κάθε πλατεία, σοκάκι, γιοφύρι και αυλή σπιτιού, αντηχούσαν ομοβροντίες από "σιάφ", περίστροφα και κουμπούρια, που όσο προχωρούσε η μέρα τόσο και πύκνωναν, προς μεγάλη ανησυχία των Τούρκων κατακτητών. Γι’ αυτό - όπως μας αφηγείται ο Καστοριανός Απόστολος Σαχίνης - Τούρκοι "τζιανταρμάδες", συγκροτημένοι σε περιπολίες, τριγυρνούσαν στους δρόμους της πολιτείας για να απαγορεύσουν το τουφεκίδι και να κατάσχουν τα όπλα. Ήταν όμως τέτοιο το πείσμα και η φανατική επιμονή των Καστοριανών στο έθιμο, που δεν κατάφερναν τίποτε. Τα κουμπούρια και τα "σιαφ" έσκαζαν μπροστά τους από κάθε σοκάκι, τους ξάφνιαζαν και τους τρόμαζαν.

Σημείωση: Στο χωριό Γέρμας Καστοριάς το περιγραφόμενο όπλο - παιχνίδι  "σιαφ" ονομαζόταν "σιουφλέκι".
.


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Οι «Τριοημερίτισσες» κοπέλες της παλιάς Καστοριάς

Ευσεβείς κυρίες της Καστοριάς
Κείμενο της Ιφιγένειας Διδασκάλου

Από την Καθαρή Δευτέρα αρχίζει ή Μεγάλη Σαρακοστή που διαρκεί σαράντα μέρες. Ας την καλωσορίσουμε:
Καλώς την τη Σαρακοστή
με σκόρδα και κρεμμύδια,
καλώς να ’ρθούν τα ξώλαμπρα
με τα πολλά παιχνίδια.
Στην Καστοριά, τα παλιά τα χρόνια, τόσο οι γυναίκες, όσο και τ’ ανύπαντρα κορίτσια, κρατούσαν, από την Καθαρή Δευτέρα, τρεις μέρες νηστεία, το «τριόημερο», όπως το ’λεγαν και «μόνο σαν βασίλευε ο ήλιος έτρωγαν λίγο ψωμάκι με νερό, όσο για ζωή». Οι γυναίκες αυτές και τα κορίτσια ονομάζονταν «Τριοημερίτισσες».
Οι «Τριοημερίτισσες» του γειτονικού Βοΐου τρώγανε για πρώτη φορά ψωμί και φαγητό το μεσημέρι της Τετάρτης, την ώρα που χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησιάς και κατόπιν, το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων μεταλάβαιναν.
Στην Καστοριά, την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς, τρία-τρία κορίτσια συμφωνούσαν κι αποφάσιζαν να κρατήσουν την τριήμερη νηστεία αδελφωμένα και μαζί κατόπιν να κοινωνήσουν το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων.
Κόρη της παλιάς Καστοριάς.
Από το πρωί κιόλας της Καθαρής Δευτέρας όλοι στη γειτονιά μάθαιναν τα ονόματα τους.
Οι «Τριοημερίτισσες» περνούσαν τη νηστεία τους συντροφιά, πότε στο σπίτι της μιας κοπέλας, πότε στο σπίτι της άλλης, με την κουβέντα και διαβάζοντας τη «Σύνοψη». Τα βράδια των τριών ημερών της νηστείας τους, συντροφιά πάντα, πήγαιναν στην εκκλησία της γειτονιάς τους και παρακολουθούσαν τον Εσπερινό. Ο κόσμος τις έβλεπε και τις καλοτύχιζε κι έδειχνε γι’ αυτές βαθιά εκτίμηση.

Η Ιερά Σύνοψις




Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων στην Καστοριά.



Νεαρή Ρωσίδα μητέρα με το παιδί της
στην εκκλησία.


Ο ναός του Αγίου Αθανασίου στην Καστοριά.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Oι αποκριάτικες «Μπουμπούνες» (μεγάλες φωτιές) στην Καστοριά

Η Μπουμπούνα στην πλατεία Ντολτσού.
Κείμενο της Ιφιγένειας Διδασκάλου
.
Η Αποκριά στην πατρίδα μας, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο θεωρείται ημέρα γλεντιού, καλοφαγίας και διασκέδασης. Στην Καστοριά, το γλέντι, ο χορός και τα αποκριάτικα τραγούδια γίνονται κι ακούγονται ολόγυρα από τις αναμμένες «Μπουμπούνες» (μεγάλες υπαίθριες φωτιές).
Μια βδομάδα πριν από τη "Μικρή Αποκριά" η νεολαία της Καστοριάς, τα χρόνια εκείνα - αγόρια και κορίτσια - από κάθε γειτονιά, με τις τριχιές, τα τσουβάλια και τα τσεκούρια στα χέρια, με φωνές χαράς και τραγούδια, πήγαιναν κατά τους «Μύλους», ή στ’ αμπέλια, στα «Λιβάδια», στο «φουντουκλή», στο «Σπαχιλούκι» ή στην «Πέτρα», για να μαζέψουν τσάκανα, κλήματα, καλάμια και άλλα ξερόκλαδα, που χρειάζονταν για τη "μικρή Μπουμπούνα" της "Μικρής Αποκριάς" και για τη μεγάλη της "Μεγάλης Αποκριάς".
Όταν πήγαιναν πεζή, υποχρεωτικά, όλα εκείνα τα ξερόκλαδα τα κουβαλούσαν στη ράχη τους, αν όμως είχαν κάποιο χαρτζιλίκι, τότε πλήρωναν τον καραβοκύρη (βαρκάρη), τά ’φερναν με το "καράβι" (βάρκα) από τη λίμνη και τ’ αποθήκευαν στα υπόγεια και στα χαγιάτια της γειτονιάς τους. Κοπίαζαν πάρα πολύ είναι αλήθεια, όμως το ίδιο μεγάλη ήταν και η χαρά τους, γιατί έτσι εξασφάλισαν μια ακαταγώνιστη στη συνοικία τους «Μπουμπούνα», που θα κυριαρχούσε με τη λάμψη της πάνω απ’ όλες τις άλλες «μπουμπούνες» της Καστοριάς.
Στήσιμο Μπουμπούνας
στις Εργατικές Κατοικίες Καστοριάς.
Δεν ξέρω πόσες «Μπουμπούνες» θ’ ανάψουν την τωρινή Αποκριά στις γειτονιές της Καστοριάς. Έναν καιρό - θυμάμαι - στη μέση από το "μεϊντάνι" της κάθε συνοικίας, στις γειτονιές, στις πλατείες, στα σταυροδρόμια, στα γεφύρια και πάνω στον πάγο της λίμνης, όταν ήταν παγωμένη, όρθωναν το ψηλό τους ανάστημα οι «Μπουμπούνες» της Αποκριάς, από τσάκανα, καλάμια, κλήματα και λογής-λογής ξερόκλαδα, που τα παιδιά της γειτονιάς τα είχαν γερά δεμένα στο "νούρο", τον ξύλινο στύλο.
Σαν έγερνε ο ήλιος πίσω από τον Γράμμο και η νύχτα προχωρούσε με τα σκοτάδια της, μικροί, μεγάλοι συγκεντρώνονταν ολόγυρα από τη «Μπουμπούνα» και μ’ ανυπόμονη λαχτάρα περίμεναν την καθαυτό γλυκιά της ώρα, την ώρα πού ο αρχηγός της παρέας θά ’βαζε τη φωτιά.
Με το πρώτο σπίρτο άρπαζαν φωτιά τα ξερόκλαδα, φούντωναν οι φλόγες και ξεπετιούνταν στα ψηλά. Ξεσπούσε κι ο κόσμος με κραυγές χαράς κι ενθουσιασμού στο γιορταστικό εκείνο φαντασμαγορικό φεγγοβόλημα, πού χρύσωνε τα σπίτια της γειτονιάς, έλαμπαν τα σοκάκια, έλαμπε ο τόπος όλος σαν χρυσαφένιος. Την ίδια στιγμή, γείτονες, άντρες, γυναίκες, γέροι, γριές και παιδιά, πια­σμένοι χέρι με χέρι, με πρώτο τον γεροντότερο να σέρνει το χορό, χόρευαν και τραγουδούσαν ώσπου να καεί και το τελευταίο ξερόκλαδο της «Μπουμπούνας». Ο χορός όμως κρατούσε με τις ώρες, γιατί τα γειτονοπούλα όλο και κουβαλούσαν ξερόκλαδα από τις εφεδρείες τους που είχαν φυλαγμένες στα χαγιάτια των σπιτιών. Γιατί περηφάνια, καμάρι και πόθος τους ήταν να κρατηθεί αναμμένη και ζωηρή η «Μπουμπούνα» τους τόσες ώρες, που να σβήσει τελευταία απ’ όλες τις άλλες «Μπουμπούνες».
   
Μπουμπούνα στην πλατεία Ομόνοιας.














Κλαδιά και ξύλα
για τη Μπουμπούνα (κλουδαριά) του Γέρμα.

















Χιόνια στην Μπουμπούνα.

















Αναμμένη Μπουμπούνα.

















Ο Γ.  Αλεξίου πυρώνεται δίπλα σε Μπουμπούνα.



Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Στο μοναστήρι του Άι-Σωτήρα Δρυόβουνου

Το μοναστήρι Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
στο Δρυόβουνο Κοζάνης.
Κείμενο του Ζαχαρία Παπαντωνίου
.
Στο ψηλό μοναστήρι του Άι-Σωτήρα Δρυόβουνου Κοζάνης1, έξω από την αυλόπορτα, στέκονται οι καλόγεροι και κοιτάζουν μακριά. Οι κάμποι και οι λόφοι απλώνονται από κάτω και πιο πέρα λάμπει το ποτάμι του Αλιάκμονα σαν ασημένιο. Κάπου κάπου ένας καλόγερος σηκώνει αργά το δεξί χέρι και δείχνει πέρα.
Πάντα στο ίδιο ψήλωμα στέκονται τέτοιες ώρες, από τον καιρό που μπήκαν στο μοναστήρι. Αγναντεύουν από κει τους τόπους που είναι πράσινοι το χειμώνα και ξανθοί το καλοκαίρι. Κι έτσι παρηγοριούνται που δε βλέπουν ανθρώπους. Πενήντα οχτώ σωστά χρόνια κοιτάζει από κείνο το ψήλωμα ο ηγούμενος ο πάτερ-Ιωσήφ...
«Κάποιοι μάς έρχονται», είπε ένας καλόγερος και έδειξε με το χέρι του κάτι ανθρώπους που ανέβαιναν τον ανήφορο προς τον Άι-Σωτήρα.

Άποψη του μοναστηριού.
Στο βάθος η περιοχή του Βοΐου.

Είναι τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου Γέρμα Καστοριάς μαζί με τον δάσκαλό τους. Έρχονται στο μοναστήρι να προσκυνήσουν, όπως το ήθελαν από τόσον καιρό.
Ευχαριστήθηκε ο Ηγούμενος όταν έφτασαν και του είπαν πως έρχονται να λειτουργηθούν.
«Κοπιάστε», τους είπε, «στο Ηγουμενείο».
Πρώτα πέρασαν από την εκκλησιά να προσκυνήσουν. Ήταν παλιά η εκκλησιά, ανεγέρθηκε το έτος 1592. Άναψαν το κερί τους, προσκύνησαν κι ύστερα ανέβηκαν στου Ηγουμένου.
«Τι νέα φέρνετε από τον κόσμο;» ρώτησε ο Ηγού­μενος.
«Από το γειτονικό χωριό Γέρμα Καστοριάς ερχόμαστε, πάτερ», του απάντησε ο δάσκαλος.
Και διηγήθηκε σ’ αυτόν και στους καλόγερους που ήρθαν εκεί το ταξίδι των παιδιών ως το μοναστήρι. Οι καλόγεροι, που σπάνια βλέπουν ανθρώπους, άκουαν με προσοχή τις αφηγήσεις των παιδιών
Το καθολικό της ιεράς μονής, έτους 1592.
Ο κελάρης έφερε το δίσκο με το γλυκό και με το κρύο νερό. Κι όταν ξεκουράστηκαν τα παιδιά, βγήκαν να ιδούν το μοναστήρι. Γύρισαν στο περιβόλι, που το φυτεύουν και το σκαλίζουν οι καλόγεροι. πήγαν στις αχλαδιές και έκοψαν γλυκά αχλάδια. Είδαν παραπέρα τις καρυδιές και τις βελανιδιές, είδαν και τη μεγάλη καστανιά που στέκει μπροστά του από εκατό χρόνια και φυλάγει το μοναστήρι.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ (1). Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αναφέρεται, στο πρωτότυπο κείμενό του, στο μοναστήρι του Άι-Λιά και στην περιοχή της Ρούμελης. Εδώ έγιναν, «συγγραφική αδεία», οι ανάλογες διαφοροποιήσεις.